
ΣΤΟΪΛΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
Στην είσοδο της ιστορικής Ιεράς Μονής Παναγίας Εικοσιφοίνισσας (ιδρύθηκε γύρω στο 518 μ.Χ.) στις βόρειες πλαγιές του Παγγαίου, πριν ακόμα αντικρίσει κανείς κάποια εικόνα ή ακόμα και αυτήν με τους δύο κτήτορες της Μονής, Διονύσιο και Γερμανό, ο επισκέπτης βλέπει κρεμασμένη σ΄ ένα εσωτερικό τοίχο μια φωτογραφία με μερικά από τα ανυπολόγιστης ιστορικής και θρησκευτικής αξίας ιερά κειμήλια και τα μεγάλης αρχαιολογικής αξίας χειρόγραφα της Μονής που σύλησαν οι Βούλγαροι κατακτητές στη διάρκεια της κατοχής στην περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου.
Είναι σαν, σε σημειολογικό επίπεδο, οι μοναχές της Μονής να θέλουν να δείξουν στον επισκέπτη-προσκυνητή ότι πριν ακόμα και από τους αγίους τους βρίσκονται αυτά τα συλημένα ιερά κειμήλια, αυτοί οι ανεκτίμητοι εθνικοθρησκευτικοί θησαυροί που παρανόμως, σύμφωνα και με τα άρθρα 125 και 126 της Συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919), κατακρατούν για πάνω από έναν αιώνα οι Βούλγαροι, περιφέροντάς τα μάλιστα σε όλη την υφήλιο υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για “δείγματα του βουλγαροβυζαντινού πολιτισμού”, χωρίς να υπάρξει ποτέ για αυτό κάποια επίσημη ελληνική διαμαρτυρία.
Ήταν Μεγάλη Δευτέρα, στις 27 Μαρτίου 1917, όταν ο αρχικομιτατζής Τοντόρ Πανίτσα εισέβαλε μαζί με πάνοπλους Βούλγαρους στρατιώτες και τον αρχαιολόγο Βλαδίμηρο Σις στη Μονή κατατρομοκρατώντας πρώτα τους μοναχούς και λεηλατώντας κατόπιν πολλές εκατοντάδες ιερά κειμήλια και χειρόγραφα (πάνω από 1200 συνολικά). Ολόκληρο το σκευοφυλάκιο και η περίφημη βιβλιοθήκη της Μονής άδειασαν.