Στη χώρα που πήγαμε συνοδεία τον μεσιέ Χριστοφορακο στο αεροδρόμιο,τον φίλησαμε σταυρωτά και του ευχηθηκαμε καλό ταξίδι για το Μόναχο...
Στη χώρα που ένας Παπαντωνίου έχει μια γιαγιά στη Νιγηρία και του καταθέτει 2.000.000 ευρώ για έξοδα μηνός.
Στη χώρα που ο Λιγνάδης πίνει το φρέντο του και λιάζεται στη πλατεία της Νέας Σμύρνης.
Στη χώρα που ο πρωθυπουργός Σημίτης και ο υπουργός οικονομικών Παπαντωνίου (η μεσοτοιχία των επαύλεων στη Σύρο) βεβαίωναν τον " κοσμακη" για το σίγουρο του εγχειρήματος της επένδυσης στο χρηματιστήριο του 1999 ,με τη γνωστή μετατόπιση 80 δις σε επιτήδειες τσέπες (η κεφαλαιοποίηση του χρηματιστηρίου έφτασε τα 212,5 δις, ήτοι το 180%του ΑΕΠ)..
Στη χώρα που σαν τα funds κινδυνεύουν να απωλέσουν το "νταβατζηλικι τους", έρχεται ο Άρειος Πάγος και εξασφαλίζει με την ταχύρυθμη απόφαση τους, την εξακολούθηση της ασυδοσίας τους.
Στη χώρα που οι αρχές πρόλαβαν τον Ρωμανό και του πήραν τη σακούλα (με τα αποτυπώματα του) από τα χέρια και προλάβαμε τρομοκρατικές πράξεις.
Στη χώρα που ο Τσοχατζόπουλος ήταν ο μόνος που γνώριζε και κράτησε κλειστό το στόμα μέχρι το τέλος.
Στη χώρα που όλοι επιζητούσαν τον σεβασμό του Κοσκωτά...
Στη χώρα που ο Άρειος Πάγος γνωμάτευε το ορθόν της επανάστασης της Χούντας.
Στη χώρα που ο πρωθυπουργός παρακολουθούσε τον υπουργό του μέσω υποκλοπής και ο υπουργός το θεώρησε αναγκαίο για το καλό της χώρας.
Το πολιτικό σύστημα δεν φοβάται πάντοτε έναν συγκεκριμένο αντίπαλο. Συχνά φοβάται κάτι βαθύτερο: το κενό εκπροσώπησης. Έναν χώρο κοινωνικής δυσφορίας που δεν έχει ακόμη αποκτήσει όνομα, ηγεσία, οργάνωση ή πολιτική μορφή, αλλά υπάρχει ήδη ως πίεση κάτω από την επιφάνεια της κανονικότητας.
Αυτό είναι ίσως το κεντρικό πρόβλημα της σημερινής συγκυρίας στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές δυτικές δημοκρατίες. Οι θεσμοί λειτουργούν, οι εκλογές διεξάγονται, οι κυβερνήσεις σχηματίζονται, τα κόμματα μιλούν. Το ερώτημα όμως είναι αν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αναγνωρίζουν ακόμη τον εαυτό τους μέσα σε αυτή τη λειτουργία. Διότι άλλο πράγμα είναι η τυπική λειτουργία της δημοκρατίας και άλλο η ουσιαστική αίσθηση εκπροσώπησης.
Ο Peter Mair περιέγραψε αυτή την κατάσταση ως «άδειασμα» της δυτικής δημοκρατίας. Τα κόμματα εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά απομακρύνονται από τις κοινωνικές τους ρίζες και μετατρέπονται όλο και περισσότερο σε μηχανισμούς διακυβέρνησης. Ο Colin Crouch μίλησε για «μεταδημοκρατία»: οι δημοκρατικοί τύποι παραμένουν, αλλά η ουσιαστική πολιτική ενέργεια μεταφέρεται σε κλειστούς μηχανισμούς, επικοινωνιακά επιτελεία, τεχνοκρατικές ελίτ και οικονομικά κέντρα ισχύος. Το εξωτερικό περίβλημα παραμένει δημοκρατικό· το εσωτερικό περιεχόμενο όμως φτωχαίνει.
Μας τελειώνουν. Σιγά σιγά, μεθοδικά, με την υπογραφή μας. Τα χωριά μας γέρασαν. Τα σχολεία μας βάζουν λουκέτο. Τα χωράφια μας τα τρώνε τα βάτα. Και εμείς κοιτάμε από τον καναπέ της Αθήνας τις φωτογραφίες στο Facebook και γράφουμε «τι ωραίο το χωριό μας».
Δεν έπεσε επιδημία. Δεν μας χτύπησε πόλεμος. Μας χτύπησε η εγκατάλειψη. Και έχει ονοματεπώνυμο.
Τον αγρότη τον κατάντησαν ζητιάνο. Ποιος νέος θα κάτσει στο χωράφι όταν δουλεύει 14 ώρες στον ήλιο και στο τέλος του μήνα να χρωστάει; Το πετρέλαιο στα 1,70 ευρώ. Το λίπασμα 300% πάνω από το 2020. Η ντομάτα φεύγει από τον παραγωγό με 0,25 ευρώ και φτάνει στο ράφι 2,25 ευρώ. Τον κλέβουν με τον νόμο. Τον λένε «επιχειρηματία» και τον φορολογούν σαν εφοπλιστή χωρίς τις απαλλαγές, αλλά όταν ζητάει τιμή, του λένε «έτσι είναι η αγορά». Και οι επιδοτήσεις; Το μεγάλο ανέκδοτο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Σπέρνεις τον Μάρτη, ελπίζεις να πληρωθείς τα Χριστούγεννα. Αν δεν σου βρουν ότι το ένα στρέμμα «επικάλυπτε» με του γείτονα στο δορυφορικό χάρτη. Αν δεν είσαι στη συμμορία. Χιλιάδες παραγωγοί απλήρωτοι, κομμένοι, με «ποινές» για γραφειοκρατικές ανοησίες. Την ίδια ώρα, οι «αγρότες του Κολωνακίου» εισπράττουν χιλιάδες ευρώ για εκτάσεις που δεν έχουν πατήσει ποτέ. Αυτό δεν είναι λάθος. Είναι σύστημα. Σε θέλουν να παρατήσεις τη γη. Να την πουλήσεις κοψοχρονιά σε funds και «επενδυτές», να βάλουν φωτοβολταϊκά.
Γιατί δεν φτιάχνουν προϋποθέσεις να μείνει ο κόσμος; Γιατί δεν τους συμφέρει. Το χωριό χωρίς γιατρό, χωρίς τράπεζα, χωρίς τρένο, χωρίς ίντερνετ, είναι χωριό-φάντασμα. Έκλεισαν τα πάντα και τα μάζεψαν στην Αθήνα. Σου λένε «πήγαινε στο κέντρο για δουλειά». Και μετά κλαίγονται στις ειδήσεις για την «ερημοποίηση». Υποκριτές. Πώς να κάνει οικογένεια ένας νέος στο χωριό όταν η γυναίκα του για να γεννήσει πρέπει να κάνει 100 χιλιόμετρα με χιόνια; Πώς να μείνει όταν το παιδί του θα κάνει μάθημα σε τάξη με τρεις ηλικίες μαζί; Διώχνουν τα παιδιά μας και χαίρονται.
Ο Γιάννης Ιωαννίδης σε μια συγκλονιστική ραδιοφωνική συνέντευξη στον 98.4 μιλάει για όλους και για όλα, δύο μέρες μετά την αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα στο Τμήμα Πληροφορικής με Εφαρμογές στη Βιοϊατρική και ένα 24ωρο μετά την γνωστοποίηση ότι και φέτος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους 11 Έλληνες που βρίσκονται στην παγκόσμια επιστημονική κορυφή και μάλιστα ως πρώτος των πρώτων από πλευράς του Ελληνισμού, ως ένας από τους επιδραστικότερους επιστήμονες στη παγκόσμια επιστημονική σκέψη. Το βιογραφικό του είναι τεράστιο, ενώ οι δημοσιεύσεις και οι επιστημονικές αναφορές γι’ αυτόν κινούνται σε δυσθεώρητα ύψη. Καθηγητής από το 2010 στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια. Αρχικά, μεταξύ 2010-2016, ως διευθυντής της έδρας CF Rehnborg στο Κέντρο Ερευνας Πρόληψης και ακολούθως σε 4 τμήματα και 8 ακόμη κέντρα/ινστιτούτα του κορυφαίου ιδρύματος. Καθηγητής Έρευνας, Επιδημιολογίας και Πολιτικής Υγείας από το 2011, επίσης, στο Τμήμα Βιοϊατρικής Επιστήμης Δεδομένων από το 2016, καθώς και συν-διευθυντής στο Κέντρο Καινοτομίας Μετα-Ερευνας (METRICS) από το 2013 έως σήμερα.
Νωρίτερα είχε διατελέσει πρόεδρος του Τμήματος Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ενώ παράλληλα ήταν επίκουρος καθηγητής στα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ, Ταφτς και Imperial College.Συγγραφέας 10 λογοτεχνικών βιβλίων, σύμφωνα με ξένα ινστιτούτα είναι «ίσως είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς επιστήμονες εν ζωή».
Μιλώντας στον 98.4 έκανε λόγο για μια Ελλάδα που βρίσκεται στο όριο της ύπαρξης της ως χώρας, μίας χώρας που επικοινωνιακά διακηρύσσει την πρόοδο του Ελλάδα 2.0 , αλλά διαρκώς σε όλους τους τομείς χάνει με 25-0 , με την αχρηστοκρατία να έχει μετατραπεί σε καθεστωτική λογική.
Η πανέμορφη Ελλάδα, όπως λέει , προσπαθεί να προσελκύσει μόνο τουρίστες σε παραλίες με υπερτουρισμό χαμηλού budget. Δυστυχώς, παρά τα μυθεύματα περί brain gain, η ελληνική ολιγαρχία και πολιτική της διακυβέρνηση, έχει παραδοσιακά στηρίξει τη μετριοκρατία και την αχρηστοκρατία και κάνει ότι μπορεί για να εκδιώξει από τη χώρα όποιον νέο άνθρωπο έχει όνειρα για κάτι καλύτερο. Ενώ παραδοσιακά η επιστημονική έρευνα διέθετε μια σχεδόν καθολική αναγνώριση και αποδοχή από το ευρύτερο κοινό, εδώ και μερικά χρόνια βλέπουμε μια διογκούμενη αμφισβήτηση . Η ένταση του φαινομένου διαφέρει από χώρα σε χώρα πάντως είναι ισχυρό στην Ελλάδα.
Ανάμεσα σε 68 χώρες, η Ελλάδα βρίσκεται στην 56η θέση ως προς την εμπιστοσύνη στην επιστήμη. Πολλοί διαισθάνονται ότι η επιστήμη έχει ξεπουληθεί σε ισχυρούς, π.χ. σε ανάλγητα οικονομικά συμφέροντα που είναι περιφρονητικά ή και αντίθετα στο κοινωνικό συμφέρον. Ή σε κάλπικους πολιτικούς ηγέτες, ανάλγητους μέχρι αηδίας αρκεί να κρατηθούν στην εξουσία. Ή σε ιδεοληψίες που ποδοπατούν τον ορθολογικό σκεπτικισμό της επιστημονικής μεθόδου. Ή σε έναν ελιτισμό προνομιούχων μιας ακαδημαϊκής ιντελιγκένσιας που έχει αποκοπεί από τις πραγματικές ανάγκες και τις ζωτικές αγωνίες των πολλών, των όλο και χειρότερα φτωχοποιημένων, των περιθωριοποιημένων πληβείων πολιτών δεύτερης και τρίτης κατηγορίας.
Πόσες φορές έχετε ακούσει τις κυβερνώντες να μιλούν για την «ήπια ισχύ» της χώρας; Πολλές, πάρα πολλές…
Κάθε πότε ακούμε για το Καστελλόριζο; Πλέον μόνο , όταν η Τουρκία μας απειλεί ότι θα το καταλάβει «κολυμπώντας»…Ένα 24ωρο μετά από τις απειλές το ξεχνάμε…
Κι αυτά δεν είναι τα χειρότερα…
Στις ελληνικές κυβερνήσεις , έχει προσφερθεί τα τελευταία 11 χρόνια ένα απίστευτο «υπερόπλο» ήπιας ισχύος, το οποίο όχι μόνο δεν έχει εκμεταλλευθεί, αλλά φέτος κάνει ότι είναι δυνατόν για να το αφοπλίσει οριστικά!
… μόνο αυτές τις τρεις λέξεις χρειάστηκε ο Πλάτων για να καρφώσει το φέρετρο της παρηκμασμένης αθηναϊκής δημοκρατίας των αρχών του 4ου π.Χ. αιώνα.
Σήμερα βέβαια το κακέκτυπό της, η δυτική δημοκρατίλα, δεν είναι γλυκειά ούτε αναρχούμενη μα πικρή και αυταρχική, παραμένει όμως παρδαλή σε βαθμό που ακόμα και για την πλατωνική καταλαλιά θα ήταν αδιανόητος.
Οι γιορτές της είναι τόσο ετοιμοθάνατες που βαφτίζονται επειγόντως σε απεγνωσμένη πολυχρωμία και το βλέφαρό της τόσο βαρύ ώστε να εκλιπαρεί την εκτυφλωτική φωταψία. Στα φεστιβαλικά της πανηγυράκια και ιδιαίτερα στους δημοφιλείς μουσικούς διαγωνισμούς, προέχει η σκηνογραφία της φανταχτερής ασημαντότητας.
Οι διασκεδαστές παίζουν τα ρέστα τους όχι στη φωνή αλλά στην εμφάνιση που οφείλει απαραιτήτως να είναι βλακωδώς εξωφρενική και ψιμυθιωμένα αλλόκοτη, πρόσχαρα τερατομορφική και ασυνάρτητα εξαμβλωματική.
Ο Κώστας Δημητριάδης, Δρ. του Πανεπιστήμιου Μάντσεστερ, Ηλεκτρολόγος Μηχανικός-Μηχανικός Η/Υ, μέλος της οργανωτικής επιτροπής του διαρκούς συνεδρίου για το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας στην τροχιά του -21ου αιώνα, μιλάει στον 98.4, για το πως πίσω από μείζονες πολεμικές κρίσεις , όπως στη Μέση Ανατολή, εμφανίζονται και οι μεγάλες γεωοικονομικές αναδιαρθρώσεις , που οδηγούν παγκόσμια σε βίαιες μεταβάσεις που καθορίζουν όμως και την επόμενη μέρα των κοινωνιών. Την ίδια στιγμή , όπως σημειώνει, η Ελλάδα της υπαρξιακής κρίσης χρειάζεται μια πολιτική οργάνωση της κοινωνίας , διαφορετική από το παρόν πολιτικό σύστημα που έχει πλέον καθεστωτικά χαρακτηριστικά.
Παρακαλώ διαβάστε την ακόλουθη δημοσιευση απο την ιστοσελιδα του αγαπητου φιλου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου.
Ίσως έλθει σε σύγκρουση με πολλά στερεότυπα που έχουμε. Αποτελεί ωστόσο μαρτυρία μιας νέας συνθηκης: λόγος καθαρός και γνήσια κριτικός (έστω με σημεία συζητησιμα ...δεν πειραζει) από εκεί που πολλοί δεν θα το φαντάζονταν. Και ενοσω απο εκει που συνηθως "περιμενουμε" κατι, ακουμε αοριστιες αερολογιες και αποφυγη της ουσιας. Μη χαλασουν οι ισορροπιες και οι αρμοι της εξαρτησης.
Γνωρίζω και τους δύο και είναι καλοί φίλοι μου. Και τους επισκέπτομαι όσο συχνότερα μπορώ.
Δρόσος Διονύσης
*****
Ο πόλεμος στο Ιράν από μια άλλη σκοπιά (Παπάδες και Μουλάδες)
April 2, 2026
Παπάδες και Μουλάδες…
Υπό Γέροντος Παϊσίου Καρεώτου, Επιφανίου Μοναχού Καψαλιώτου
Σε τί, τελικά, έπεσαν έξω οι λογικά σκεπτόμενοι άνθρωποι, που από τους πληρωμένους εχθρούς της αληθείας, αποκαλούνται “συνωμοσιολόγοι”, ενώ δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να διαπιστώνουν αδιαμφισβήτητα γεγονότα, καθώς τα ίδια τα γεγονότα βοούν από μόνα τους και αποδεικνύουν του λόγου το αληθές;
Απεδείχθη ο εγκληματικός σχεδιασμός και υλοποίηση της κατασκευασμένης από την υπερ-ελίτ, πανδημίας του Covid-19, που συνεχίζει να “θερίζει” τα θύματα των εμβολιασμών; Ναι.
Απεδείχθη η οργανωμένη εγκληματική συγκρότηση από πλευράς Δύσεως και Ισραήλ, του ένοπλου ισλαμικού τρομοκρατικού σουνιτικού εξτρεμισμού, με κορυφαίο παράδειγμα αυτό του “Ισλαμικού Κράτους” και όσων οργανώσεων προήλθαν από αυτό; Ναι. Η απόδειξη; Ουδέποτε χτύπησαν ισραηλινούς στόχους (ως ισλαμιστές -θεωρητικά- θα έπρεπε να είναι ο πρώτος στόχος τους), ενώ πάντα πολέμησαν τις δυνάμεις που αντιμάχονταν το Ισραήλ και τον επεκτατικό Σιωνισμό, δηλαδή την Συρία του Άσσαντ, το Ιράν κλπ. Ο εγκάθετος, τρομοκράτης, αποκεφαλιστής “πρόεδρος” της νέας Συρίας, Αλ-Τζολάνι, μόλις ξεκίνησαν οι -κατά παράβασιν πάσης εννοίας διεθνούς δικαίου- στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, έσπευσε να δηλώσει την πλήρη υποστήριξη του σ΄ αυτές, επιτρέποντας την χρήση του εναέριου χώρου της Συρίας (κρίσιμος παράγοντας για τις αεροπορικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν), κάτι που ουδέποτε συνέβη επί ημερών του “κακού δικτάτορα” Άσσαντ, του ανθρώπου δηλαδή που προστάτευε τις θρησκευτικές μειονότητες, ανάμεσά τους και την Ορθόδοξη, που σήμερα εγκαταλελειμμένες από την “ευαίσθητη” για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Δύση, σφάζονται από τους κανίβαλους του Τζολάνι.
Για το αυτάρεσκο «Ελλάδα 2.0» ο λόγος και για τα πολλά Των «πλην» του. Σε κάμποσους δείκτες, όχι μόνο οικονομικούς, είμαστε στα χαμηλά της Ευρώπης. Ή και του πλανήτη, αν συνεκτιμήσουμε την 108η θέση της Ελλάδας στο «άθλημα» της ελευθεροτυπίας. Θέση που σίγουρα βελτιώθηκε θεαματικά μετά τις ωμές απειλές του κυβερνητικού εκπροσώπου, σεσημασμένου λάτρη της ALITHEIAS, κατά δημοσιογράφου που επέμενε να ρωτάει για τους μετανάστες που σκοτώθηκαν μιαν ανάσα από τη Χίο.
Οι κυβερνητικοί προπαγανδιστές καμαρώνουν για την «οικονομική πρόοδο» της χώρας, ωστόσο ο τίτλος «Χειρότερα και από τη Βουλγαρία» κατάντησε κλισέ. Σαν το «Μάνα Μήδεια» ή το «Χιονιάς φονιάς». Αντιγράφω από σχετικό ρεπορτάζ: «Σε χειρότερη θέση και από τους εργαζομένους στη Βουλγαρία (μέχρι πρότινος τελευταία) βρίσκονται οι Ελληνες εργαζόμενοι. Παράλληλα, αυξάνεται διαρκώς ο χρόνος εργασίας, κάτι που δεν βρίσκει αντιστοιχία στην αύξηση των αμοιβών».
Συνεχίζω την ανάγνωση του «Σχεδίου 2.0». «Επενδύσεις στον τομέα της αγροδιατροφής»… Μην τις είδατε, μην τις απαντήσατε. Εκτός και συνηθίζετε να πίνετε φραπέ καβαλικεύοντας φεράρι. Κοντά δυο μήνες κράτησαν οι κινητοποιήσεις των αγροτών, ενός είδους υπό εξαφάνιση, όπως και τα αενάως πολλαπλασιαζόμενα και ανελεήτως σφαγιαζόμενα ελληνικά αιγοπρόβατα, και στο τέλος εισέπραξαν μονολεκτικό «διάλογο» και αυτοεπαναλαμβανόμενες υποσχέσεις. Οσο για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αντιμετωπίστηκε όπως όλα τα –πολλά πλέον– σκάνδαλα: διά της μεθόδου «στρίβειν διά της πλειοψηφίας», φανατικότερος υπερασπιστής της οποίας τυγχάνει ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ. Αδωνις Γεωργιάδης. «Εξεταστική = ετσιθελισμός». Θα το γράφουν και τα λεξικά σε λίγο.
Αν ο νόμος της αλαζονευόμενης ισχύος εφαρμόζεται στη Βουλή, όπου κάπως ακούγεται και η μειοψηφία, φανταστείτε πόση δημοκρατία και φιλαλήθεια περισώζονται όταν η Αστυνομία και το Λιμενικό διενεργούν ΕΔΕ για να διαπιστώσουν αν αμάρτησαν. Είτε για έναν θάνατο πρόκειται, μπροστά σε αστυνομικό τμήμα λ.χ. ή και μέσα, είτε για δεκαπέντε, όπως στη Χίο, ή και για υπερπεντακόσιους, όπως στην Πύλο, το συχωροχάρτι δίνεται εκ των προτέρων. Λερωμένο – ξελερωμένο, διάτρητο – ξεδιάτρητο, τη δουλίτσα του την κάνει. Και ας λένε ό,τι θέλουν οι ανθέλληνες, οι μη ελληνόψυχοι.
Είναι μια συζήτηση που δεν χαϊδεύει αυτιά και δεν φοβάται τις λέξεις. Μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης για όσα συμβαίνουν γύρω μας — και συχνά περνούν σαν να είναι φυσικά φαινόμενα, σαν να μην μας αφορούν, σαν να μην μπορούμε να τα αλλάξουμε, έδωσε στον 98.4 ο δρ. Ολοκληρωμένης Περιβαλλοντικής Διαχείρισης και Ανεξάρτητος Περιφερειακός Σύμβουλος Στερεάς Ελλάδας Βασίλης Λύκος .
Από το αγροτικό ζήτημα που πνίγεται ανάμεσα σε επιδοτήσεις, αδιέξοδα και πολιτικές σκοπιμότητες, μέχρι τη θεσμική λειτουργία της Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, η συζήτηση αγγίζει τον πυρήνα της εκπροσώπησης και της αξιοπιστίας. Ποιος μιλά για ποιον; Ποιος αποφασίζει; Και τελικά, ποιος λογοδοτεί; Η κουβέντα όμως δεν μένει στα θεσμικά. Περνά στην καρδιά της ιστορικής μνήμης. Στην Καισαριανή — σύμβολο αντίστασης, θυσίας και αξιοπρέπειας. Σε μια εποχή που όλα τρέχουν γρήγορα, η μνήμη συχνά βαραίνει. Και όταν βαραίνει, κάποιοι προτιμούν να τη θάψουν. Όμως χωρίς μνήμη, η κοινωνία γίνεται εύπλαστη. Ξεχνά. Συμβιβάζεται. Συνηθίζει. Και εκεί αρχίζει το πιο επικίνδυνο κομμάτι: η κανονικοποίηση.
Όταν οι σκιές γύρω από κοινωνικά προγράμματα και δημόσιους οργανισμούς δεν προκαλούν πια οργή αλλά έναν αμήχανο αναστεναγμό. Όταν εταιρικές και κρατικές υποθέσεις — από τη ΒΙΟΛΑΝΤΑ μέχρι τον Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης — συζητούνται για λίγο και μετά χάνονται μέσα στον θόρυβο της επικαιρότητας. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συμβαίνει. Το ερώτημα είναι γιατί δεν αντιδρούμε. Μήπως εθιζόμαστε; Μήπως η «σιωπή των αμνών» δεν είναι πια μεταφορά, αλλά στάση ζωής;
Η κοινωνία που συνηθίζει το σκάνδαλο, σταματά να το βλέπει ως σκάνδαλο. Το μετατρέπει σε «αναμενόμενο». Και όταν το αναμενόμενο γίνεται καθημερινότητα, η δημοκρατία φθείρεται όχι με θόρυβο — αλλά με ψίθυρο.
Βαρύς ο αχός των σκανδάλων και πυκνός ο κουρνιαχτός της συγκάλυψης μιας κυβέρνησης η οποία με μαφιόζικες τακτικές διεκδικεί τα πρωτεία της διαφθοράς,
χειραγωγώντας πλήρως τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς, ανάγοντας την επικοινωνία σε εργαλείο κατασκευής μιας «επαυξημένης πραγματικότητας» όπου οι πολίτες υποβιβάζονται σε ευτυχισμένους υπηκόους-avatar. Μια εικονική πραγματικότητα παρασάγγας απέχουσα από εκείνη που βιώνουν τα κυβερνητικά στελέχη και οι ομοτράπεζοί τους. Ένας παράλληλος κόσμος στον οποίο η στήλη του «έσχες» τους αυγατίζει προκλητικά από θητεία σε θητεία, ενώ το «πόθεν» παραμένει σκανδαλωδώς κενό τεκμηρίωσης οχυρωμένο πίσω από το συνταγματικό ακαταδίωκτο.
Βιώνουμε, ουσιαστικά, ένα θέατρο του παραλόγου, όπως οι ήρωες του Μπέκετ στο «Περιμένοντας τον Γκοντό»,
ελπίζοντας στο ανέλπιστο: την εμφάνιση ενός «Μεσσία» που θα αναλάβει την ανάταση της χώρας. Εμείς, άλλοτε ως «Εστραγκόν» με βραχεία μνήμη και κομματικό εθισμό και άλλοτε ως οργισμένοι «Βλαδίμηροι», παραμένουμε ακίνητοι προσμένοντας. Σε μια χώρα στην οποία η αναμονή έγινε αυτοσκοπός, οι σύγχρονοι «Πότζο-Κοτζαμπάσηδες» ορίζουν τον επόμενο πολιτικό λακέ ο οποίος θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους εις βάρος της πατρίδας. Ως έμπειροι διαχειριστές της κοινής γνώμης, επιστρατεύουν «ομάδες αλήθειας» και αλγορίθμους για να μας πλασάρουν ανακυκλωμένα πρόσωπα ως φορείς μιας δήθεν αλλαγής την ώρα που όλα μένουν απαράλλακτα.
Εσκεμμένα ξεχνιέται πως ζούμε σε ένα ειδικό καθεστώς. Αυτό συμβαίνει από το 2010, το έτος της Χρεοκοπίας και της εισόδου στη Μνημονιακή κατάσταση – από την οποία δεν έχουμε βγει, άσχετα με το τι λένε οι διαφημιστές της «κανονικότητας». Η μόνη «κανονικότητα» που ζούμε είναι αυτή του ειδικού καθεστώτος και των παραγώγων του. Ειδικό καθεστώς μετανεωτερικής αποικίας και μοντέρνου «κόμβου», κάτι σαν «Πόρτο Γκρέκο». Με ένα πολιτικό σύστημα προσαρμοσμένο στις προδιαγραφές του ειδικού καθεστώτος που ενδιαφέρεται για δύο πράγματα:
– Πρώτον, οι κορυφές να νέμονται τη διακυβέρνηση και τη διαπλοκή με τις ελίτ ώστε να ξεκοκαλίζουν προγράμματα, επιδοτήσεις, ροές χρημάτων και λεηλασία μέσω του φορομπηχτικού μηχανισμού. Στόχος η μεταφορά πλούτου και η αρπαγή περιουσιών υπέρ funds, τραπεζών, δανειστών κ.λπ. Κοινώς, ο πλουτισμός μιας μειοψηφίας που καλοπερνά σε συνθήκες ειδικού καθεστώτος.
– Δεύτερον, το «υπόλοιπο» του κομματικού συστήματος, που δεν μετέχει (παρά ως support group) σε κυβερνήσεις, να μην αμφισβητεί το πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος. Πράγματι, και αυτό μετέχει του ειδικού «καταμερισμού εργασίας», και κυρίως ενδιαφέρεται για την αναπαραγωγή του και μόνο, μέσω εκλογικών ποσοστών. Για τίποτα άλλο, παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις.
Άγιος ή προδότης; Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών
γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
[6/12]
~.~
Έχοντας ήδη επισημάνει τις επιφυλάξεις του Κυριάκου Μαργαρίτη απέναντι στα ακαδημαϊκά πρότυπα της νεωτερικότητας, που παραπέμπουν σε ορθολογιστικά σχήματα, θετικισμό, κλειστή και ολοκληρωτική ερμηνευτική του κόσμου, σε ό,τι δηλαδή εισήγαγε η σκέψη του Διαφωτισμού, ο κατά τον συγγραφέα ξεπεσμός της Δύσης δεν δείχνει εκ πρώτης όψεως να διαφέρει από τη δριμεία κριτική του ατομοκεντρισμού και ρασιοναλισμού από τον νεοορθόδοξο θεολογικό στοχασμό: «Ο δόκτωρ Ζοζέφ Γκιγιοτάν […] ήταν αρκούντως ανθρωπιστής, τέκνο του Διαφωτισμού, ώστε να κατασκευάσει τη λαιμητόμο».[371]
Αν κάτι επιτρέπει την ομαδοποίηση σε ενιαία τάση των πολλών και κατά βάση ετερόκλητων απόψεων της νεότερης ελληνικής σκέψης της Ορθοδοξίας, μιλώντας πάντα για την περίοδο της ακμής της, αυτό συνίσταται στον ακραιφνή της αντιδυτικισμό, ειδικά με αναφορά στην πνευματική παρακμή του Νεοέλληνα εντός του νέου υποκειμενικού πεδίου που προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση, την έλλειψη εθνικής αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης, τη μειονεξία και τον μιμητισμό έναντι της Δύσης, εν όψει και της ένταξης της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (1981) και την έκτοτε αναγωγή της καταναλωτικής ευχέρειας σε νοηματοδοτική προσδοκία, ανάμεσα σε άλλα.
Ο Χρήστος Γιανναράς προσδιορίζει το φαινόμενο, ήδη από το 1986, ως «Finis Graeciae» με τον νιτσεϊκού τύπου αφορισμό «Η Ελλάδα πέθανε και την σκοτώσαμε εμείς»,[372] ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί και σε μείζονα εθνικά ζητήματα όπου ο πατριωτισμός εξέλιπε, ειδικά σε σχέση με τη στάση των Νεοελλήνων απέναντι στην εισβολή και την κατοχή της Κύπρου.
Διαβάζω τα σχόλια για τους δεκάδες εργάτες και εργάτριες της ΒΙΟΛΑΝΤΑ που πήγαν έξω από τα δικαστήρια να συμπαρασταθούν στον ιδιοκτήτη της εταιρείας.
Στο αφεντικό, δηλαδή, που με τις πράξεις και τις παραλήψεις του οδήγησε στον θάνατο πέντε συναδέλφισσές τους.
Όλα τονίζουν την απαξία της πράξης, την ηθική και ταξική εξαχρείωση των εν λόγω εργαζομένων, αποτέλεσμα – αναμφίβολα - της εθελοδουλείας τους.
Ακολούθησαν, δε, τους ύμνους για τον ηρωισμό των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής που βάδιζαν με το κεφάλι ψηλά στον θάνατό τους από τους ναζί.
Τις δύο περιπτώσεις σχολιασμού μοιάζει να τις χωρίζει άβυσσος. Τις ενώνει όμως κάτι πιο βαθύ: η ηθικολογία.
Και οι δύο συζητήθηκαν, ως επί το πλείστον, με όρους ατομικής ηθικής στάσης – γλοιώδους στην μία, ηρωικής στην άλλη.
Ελάχιστα έως καθόλου συζητήθηκαν οι συνθήκες και οι σχέσεις που καθιστούν τη μία ή την άλλη συμπεριφορά δυνατή.
Αυτό, μάλιστα, από ανθρώπους που θεωρητικά, τουλάχιστον, αναγνωρίζουν την προτεραιότητα του κοινωνικού επί του ατομικού και απορρίπτουν τον μεθοδολογικό ατομικισμό στην ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων.
Μήπως, όμως αντί για ηθικές καταδίκες, να αναρωτηθούμε πώς αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν να στηρίζουν τόσο ανεπιφύλακτα το αφεντικό τους, ακόμα και τώρα που έχει αποκαλυφθεί η ευθύνη του για το φονικό δυστύχημα.
Ακόμα και όταν τον εγκαταλείπουν οι πολιτικοί και δημοσιογραφικοί «φίλοι» του, καθώς βλέπουν ότι το αφήγημα «ήταν η κακιά η ώρα», δεν σώζεται με τίποτα.
Την ίδια μέρα που η Ελλάδα διάλεγε το παραπάνω ασμάτιον ως κατάλληλο για να διεκδικήσει το ευρωπαϊκό στέμμα, η κ. Κάγια Κάλλας, Υπάτη Εκπρόσωπος της ΕΕ, «απέρριπτε διαρρήδην τους ισχυρισμούς του Αμερικανού ΥΠΕΞ κ. Ρούμπιο ότι η Ευρώπη έχει εισέλθει σε πορεία πολιτισμικής παρακμής που είναι ενδεχόμενο να οδηγήσει στον αφανισμό της».
Είναι παράδοξο αλλά όποιος προσφεύγει σε παλαιά αρχεία, συγγράμματα, πονήματα, άρθρα, μονογραφίες ή σε πολιτικές ρητορείες κλπ. για τη διαχρονική εξέλιξη των λειτουργιών του κράτους μας, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, θα εκπλαγεί με τις ολόιδιες κριτικές, τότε και σήμερα, με τα ίδια φιλιππικά κατηγορητήρια, με τις ίδιες ορολογίες, και με τις ίδιες διαπρύσιες “αγωνίες”.
Η νοοτροπία, η ποιότητα, οι πρακτικές, οι συμπεριφορές και οι εξαρτήσεις στο χώρο των κρατικών λειτουργιών παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτες, αμετακίνητες και αμετάθετες μέσα στο ασάλευτο χρόνο της ελληνικής Διοίκησης. Μια πρώτη ερμηνεία ίσως να ήταν το δύσκαμπτο πνεύμα που κυριάρχησε και καθοδήγησε και καθοδηγεί το ελληνικό κράτος από γεννησιμιού του. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου μου εμπιστεύτηκε το Υπουργείο Οικονομικών, πριν 32 χρόνια, κατέληξα ότι οποιαδήποτε βελτίωση των δημοσιονομικών δεν μπορεί να προκύψει μέσα από σύνθετους συλλογισμούς ή ως απόσταγμα χρήσιμων εμπειριών. Διέγνωσα ότι το ελληνικό κράτος λειτουργούσε με λάθος “εργοστασιακές ρυθμίσεις”, ότι το πρόβλημα ήταν καθ’ εξοχήν πολιτικής φύσεως. Το δημοσιονομικό πρόβλημα που είχαμε κληθεί ως κυβέρνηση να αντιμετωπίσουμε δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος. Αυτά ήταν απόρροια της λειτουργίας ενός πολιτικού συστήματος καταδικασμένου να παράγει τέτοιου είδους προβλήματα. Ήταν, ας μου επιτρέψετε να το χαρακτηρίσω έτσι, μια φοβερή αποκάλυψη.
Το δημοσιονομικό πρόβλημα είναι το πολιτικό σύστημα!
Αυτό το σύστημα που καλλιεργεί τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού. Αυτό το σύστημα είναι που παράγει διαρκώς δαπάνες χωρίς συγκεκριμένη στόχευση, απλά και μόνο για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του. Αυτό το σύστημα είναι που σε κάθε του βήμα ασχολείται μόνο με το περιβόητο πολιτικό κόστος και τις δημοσκοπήσεις, που είναι έργο του λαϊκισμού και του κυνηγητού των εντυπώσεων, που όχι μόνο δημιουργεί τα ελλείμματα και το χρέος, αλλά θεωρεί την αντιμετώπισή τους ως απειλή της ύπαρξής του.
Αυτή η πατερναλιστική αντίληψη του πολιτικού συστήματος είναι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας. Αλλά, εν συνεχεία, ως Υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης ασχολήθηκα με τη λειτουργία του κράτους και προσπάθησα να αντιληφθώ την παθογένεια της Κρατικής Διοίκησης, της Αυτοδιοίκησης και των Δημοσίων Οργανισμών. Και εδώ προσπάθησα να αντιμετωπίσω το πρόβλημα με εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, όπως έπραξαν και άλλοι Υπουργοί πριν και μετά από μένα. Στην πορεία του χρόνου τις περισσότερες αφυδάτωνε η πολιτική ιδιοτέλεια, η αδράνεια, η ασυνέχεια και η αδιαφορία. Τα ίδια ακριβώς και στο Υπουργείο Υγείας.
Η ιδέα ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα λειτουργεί ως μια μορφή φεουδαρχίας με δημοκρατικό προσωπείο -μια "Δημοφεουδαρχία"- μάλλον δεν είναι ρητορική υπερβολή.
Είναι ένας τρόπος να περιγράψουμε μια βαθιά ασυμμετρία εξουσίας. Τυπικά έχουμε θεσμούς δημοκρατίας, ουσιαστικά όμως η εξουσία παραμένει συγκεντρωμένη σε κλειστά δίκτυα οικονομικών, πολιτικών και μιντιακών ελίτ.
Στη φεουδαρχία ο άρχοντας δεν χρειαζόταν τη συναίνεση των υπηκόων, μόνο την υποταγή τους.
Στη σύγχρονη "Δημοφεουδαρχία", η συναίνεση σκηνοθετείται: μέσα από εκλογές χωρίς πραγματική εναλλαγή ισχύος, από ΜΜΕ που παράγουν αφήγημα αντί για ενημέρωση, από κόμματα που αλλάζουν πρόσωπα αλλά όχι σχέσεις εξάρτησης.
Έτσι, η δημοκρατία επιβιώνει ως μορφή, ενώ η φεουδαρχία επιβιώνει ως ουσία.
Με τον τρόπο αυτό το πολιτικό σύστημα γίνεται «δύναμη κατοχής», καθώς παύει να λειτουργεί ως όργανο συλλογικής βούλησης και αρχίζει να λειτουργεί ως μηχανισμός απομύζησης. Το πολιτικό σύστημα δεν κυβερνά , κατέχει.
Όχι με τανκς, αλλά με χρέος αντί για αλυσίδες, εξάρτηση αντί για βία -αλλά και την βία των δυνάμεων καταστολής αν χρειαστεί-,
μόνιμη λιτότητα αντί για στρατιωτικό νόμο, φόβο αντί για λογοκρισία.
Σε αυτό το καθεστώς, ο λαός δεν αντιμετωπίζεται ως πολιτικό υποκείμενο, αλλά ως πόρος: φορολογική βάση, εργατικό απόθεμα, εκλογική δεξαμενή.
Η χώρα δεν οργανώνεται για να αναπτυχθεί, αλλά για να αποδίδει πρόσοδο σε λίγους.
Αυτό είναι ο ορισμός του παρασιτισμού της εξουσίας.
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πια να περιγραφεί μόνο ως σύνολο θεσμών και κομμάτων. Πίσω από τη βιτρίνα της δημοκρατικής κανονικότητας λειτουργεί ένα πλέγμα εξουσιαστικών σχέσεων που δεν εκλέγεται, δεν λογοδοτεί και όμως καθορίζει την πορεία της χώρας. Ένα πλέγμα όπου η οικονομική ολιγαρχία, η πολιτική εξουσία, τα μέσα ενημέρωσης και η ξένη πατρωνία συνδέονται σε μια σχέση αμοιβαίας εξάρτησης.
Η ελληνική ολιγαρχία δεν είναι παραγωγική. Δεν επενδύει συστηματικά στην καινοτομία, στη βιομηχανία, στη γνώση. Λειτουργεί κυρίως μεταπρατικά και παρασιτικά: ζει από αναθέσεις, προμήθειες, κρατικές διευκολύνσεις, ευρωπαϊκά κονδύλια και προνομιακή πρόσβαση στον δημόσιο πλούτο. Δεν δημιουργεί πλούτο, τον αναδιανέμει προς τα πάνω. Δεν ανταγωνίζεται, διαπλέκεται.
Σε αυτό το μοντέλο, το κράτος δεν είναι ρυθμιστής. Είναι εργαλείο. Η πολιτική δεν σχεδιάζει, μεσολαβεί. Τα κόμματα δεν συγκρούονται για διαφορετικά οράματα, διαχειρίζονται διαφορετικές εκδοχές του ίδιου συστήματος. Και οι πολίτες δεν είναι κυρίαρχοι, αλλά "αντικείμενα" διαχείρισης.
Όμως το πιο βαθύ πρόβλημα δεν είναι μόνο η εσωτερική διαπλοκή. Είναι ότι αυτή η ολιγαρχία έχει μάθει να επιβιώνει όχι ως εθνική αστική τάξη, αλλά ως τοπικός διαχειριστής ξένων συμφερόντων. Από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος της ελληνικής ελίτ δεν συγκρότησε ποτέ ένα αυτόνομο εθνικό σχέδιο ανάπτυξης. Αντίθετα, οικοδόμησε τη δύναμή του πάνω στη σχέση εξάρτησης, άλλοτε από μεγάλες δυνάμεις, άλλοτε από δανειστές, άλλοτε από υπερεθνικούς θεσμούς.
Π ώ ς τ ο Σ ύ σ τ η μ α Έ μ α θ ε τ η ν Κ ο ι ν ω ν ί α ν α Μ η ν
Π ι σ τ ε ύ ε ι
Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Τον τελευταίο καιρό σ' ό,τι προσπαθώ να πω, για την ανάγκη μιας μεγάλης κοινωνικής αλλαγής στην πατρίδα μας, συναντώ -ευτυχώς λιγότερο απ' ότι παλιά- έναν απογοητευτικό σχολιασμό του στυλ «τίποτα δεν αλλάζει».
Ξέρω καλά πως δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν πια την αλλαγή. Είναι ότι έχουν κουραστεί να πληγώνονται από την προσδοκία της. Σε κοινωνίες που βίωσαν επαναλαμβανόμενες ματαιώσεις, προδοσίες και διαψεύσεις, η απελπισία δεν λειτουργεί ως άποψη αλλά ως μηχανισμός άμυνας. Το «τίποτα δεν αλλάζει» δεν είναι πολιτική θέση, είναι σύμπτωμα συλλογικού τραύματος. Ένα τραύμα που δεν γεννήθηκε τυχαία, αλλά καλλιεργήθηκε συστηματικά από ένα σύστημα εξουσίας που έμαθε να επιβιώνει όχι μόνο καταστέλλοντας την ελπίδα, αλλά ενδοβάλλοντάς την ως κυνισμό. Αν θέλουμε λοιπόν να καταλάβουμε γιατί μεγάλες κοινωνικές αλλαγές συναντούν πρώτα δυσπιστία και όχι ενθουσιασμό, οφείλουμε να δούμε την απελπισία όχι ως εχθρό της αλλαγής, αλλά ως το σημάδι ότι η κοινωνία έχει πληγωθεί βαθιά και φοβάται να ελπίσει ξανά.
Ο κεντρικός ψυχικός μηχανισμός, πίσω απ' αυτή τη στάση λέγεται μαθημένη αβοηθησία (learned helplessness-Seligman) και σημαίνει πως όταν ένας άνθρωπος (ή ένας λαός) προσπαθεί επανειλημμένα να αλλάξει κάτι και κάθε φορά αποτυγχάνει,
προδίδεται, τιμωρείται, γελοιοποιείται ή βλέπει την προσπάθεια να ακυρώνεται τότε ο ψυχισμός σταματά να προσπαθεί, όχι επειδή δεν θέλει, αλλά επειδή μαθαίνει ότι η προσπάθεια πονάει περισσότερο από την παραίτηση.
Έτσι γεννιέται η φράση «Δεν αλλάζει τίποτα».
Όχι ως ιδεολογία. Αλλά ως αναισθητικό, ως παυσίπονο.
Γιατί η απελπισία δεν είναι πεποίθηση αλλά σύμπτωμα τραύματος. Σε ψυχολογικούς όρους, το τραύμα δεν λέει “δεν θέλω”, λέει «Δεν αντέχω άλλη διάψευση».
Όταν ένας λαός έχει περάσει εθνικές ήττες, πολιτικές προδοσίες,
οικονομική λεηλασία, φυσικές καταστροφές και εγκληματικά δυστυχήματα (Σάμινα, Μάτι, Τέμπη κα), γελοιοποίηση της λαϊκής βούλησης (π.χ. δημοψήφισμα 2015), συστηματική ατιμωρησία των υπευθύνων (δοσίλογοι έως χρεοκοπία, σκάνδαλα, κλπ) τότε εγκαθίσταται στον ψυχισμό αυτό που θα λέγαμε συλλογικό τραύμα ματαίωσης.
Τα βασικά του συμπτώματα είναι κυνισμός, ειρωνεία απέναντι σε κάθε ελπίδα, χλεύη προς όποιον πιστεύει, δυσπιστία απέναντι σε κάθε συλλογική προσπάθεια, συναισθηματικό μούδιασμα ή απόσυρση/αποχή/ιδιώτευση και παθητικοποίηση.
Μετά την επιδρομή του "ΣΔΟΕ", όπως έχει μείνει γνωστό στην καθομιλουμένη να λέγεται ο κρατικός οικονομικός έλεγχος όταν εκτελεί "συμβόλαια θανάτου", σε Καρυστιανού και Ανεστίδη, δεν μπορούμε πια να έχουμε καμία αμφιβολία ότι ΟΛΑ αυτά τον αγγίζουν προσωπικά.
Είναι όλα κορυφές του παγόβουνου της τρομακτικής του διαφθοράς. Και κάθε φορά που η αποκάλυψη πλησιάζει, πανικοβάλλεται και κάνει σπασμωδικές κινήσεις που τον "καρφώνουν".
Δικό του ήταν το παράνομο φορτίο στα Τέμπη. Δεν υπάρχει καμιά άλλη εξήγηση για τη λυσσαλέα κατάπνιξη κάθε φωνής που μιλούσε για την προφανέστατη μεταφορά φορτίου υδρογονανθράκων. Οποιουδήποτε άλλου κι αν ήταν, θα τον είχε πετάξε στον Καιάδα και θα προσποιούνταν και τον αρχάγγελο της κάθαρσης.
Διαφορετικά δεν θα έστελνε το "ΣΔΟΕ" στην Καρυστιανού. Την φοβάται, διότι ξέρει ότι μόνον αυτή θα τον ξεμπροστιάσει.
Στις δικές του τσέπες πήγαινε το μεγάλο μερτικό από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Γι' αυτό θέλει να τον ενσωματώσει τώρα στην ΑΑΔΕ, όπου εκεί έχουν την τεχνογνωσία και τις δομές να θάψουν τα πάντα και να συνεχιστεί η ροή απρόσκοπτα.