Ο αυτοκράτορας Νέρωνας κρατούσε στα χέρια του το τελευταίο. Ένα και μοναδικό κλωνάρι ενός φυτού που για επτά αιώνες είχε γεμίσει με ασήμι τα ταμεία μιας ολόκληρης πόλης. Δεν θα ξαναέβλεπε άλλο. Κανείς δεν θα το ξαναέβλεπε.
Το σίλφιον της Κυρήνης είχε μόλις σβήσει από τον κόσμο.
Σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, μια ομάδα Τούρκων βοτανολόγων ισχυρίζεται ότι το βρήκε ζωντανό σε ένα ορεινό μοναστήρι της Καππαδοκίας. Είναι αλήθεια, ή είναι μια από τις πιο όμορφες αυταπάτες της σύγχρονης επιστήμης;
Η ιστορία αξίζει να ειπωθεί από την αρχή.
Στις ακτές της σημερινής Λιβύης, εκεί όπου η έρημος συναντούσε τη Μεσόγειο, υπήρχε μια στενή λωρίδα γης που ονομαζόταν Κυρηναϊκή. Γη ξηρή, αμμώδης, όχι ιδιαίτερα γενναιόδωρη. Και όμως, σε αυτό το ασήμαντο κομμάτι του κόσμου φύτρωνε ένα φυτό που οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν δώρο του Απόλλωνα. Παχύς μίσχος, σύνθετα φύλλα, μικροί κίτρινοι ανθοί σε ομπρέλες, και καρποί σε σχήμα καρδιάς. Ναι, ακριβώς εκείνο το σχήμα της καρδιάς που σχεδιάζουμε ακόμα στα ερωτικά μας μηνύματα. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι το σύμβολο γεννήθηκε εκεί, στους καρπούς του σιλφίου.
Οι κάτοικοι της Κυρήνης το χρησιμοποιούσαν για τα πάντα.

