από Αντώνης Σμυρναίος
Στα 1978 ο Αμερικανοπαλαιστίνιος διανοητής Έντουαρντ Σαΐντ δημοσίευσε το εμβληματικό έκτοτε βιβλίο του Οριενταλισμός, καταδικάζοντας με αυτό την δυτικοκεντρική αντίληψη του 18ου και του 19ου αιώνα για τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής. Αυτές εκλήφθηκαν συλλήβδην ως στατικές, παθητικές, ανοργάνωτες και οπισθοδρομικές, σε αντίθεση με τις δυτικές κοινωνίες που εκλαμβάνονταν εκ προοιμίου ως ανεπτυγμένες και προοδευτικές, λογικές και ευέλικτες. Ο Οριενταλισμός αυτός αποτελούσε ουσιαστικά «ένα εργαλείο δυτικής προβολής και θέλησης για τη διακυβέρνηση της Ανατολής», επακόλουθο της διαρκούς ισχυο-θηρίας των δυτικών, η οποία εκφραζόταν όχι μόνο πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά αλλά πλέον και πολιτιστικά, επιβάλλοντας έτσι πάνω της το Βάρος του Λευκού Ανθρώπου, όπως υπερηφανευόταν ο Ρ. Κίπλιγκ.
Βεβαίως, ήδη οι έννοιες του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού και της πνευματικής και διανοητικής αποικιοκρατίας στις οποίες αναφερόταν είχαν ήδη επεξεργαστεί και από άλλους διανοητές, όπως ήταν ο Αντόνιο Γκράμσι και ο Μισέλ Φουκώ. Αλλά ο Σαΐντ τις κρυστάλλωσε ακόμη περισσότερο, επικρίνοντας μάλιστα, όχι μόνο τους δυτικούς οριενταλιστές, αλλά και τους επίδοξους κλώνους τους, τις αραβικές δηλαδή ελίτ, οι οποίες λειτουργούσαν μέσα σε μια ατμόσφαιρα «αυτο-οριενταλισμού». Αυτές δηλαδή οι ελίτ με τους «οργανικούς τους διανοουμένους» είχαν εσωτερικεύσει και ουσιαστικοποιήσει τη ρομαντική εκδοχή των αλλοδαπών οριενταλιστών για την αμείλικτη αναγκαιότητα ενός αναπόδραστα βίαιου και άμεσου εκσυγχρονισμού των υπανάπτυκτων κοινωνιών τους, όντας μάλιστα απόλυτα βέβαιοι ότι ο δυτικός κόσμος που εισέβαλλε απρόσκλητα σε αυτές ανήκε ανέκαθεν στη «σωστή μεριά της ιστορίας».



