

Διονύσης Τσιριγώτης
Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Στην κλασική Αθήνα, ο όρος ἰδιώτης περιέγραφε εκείνον που, αποσύροντας εαυτόν από τα κοινά, απέφευγε την ενεργό συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλή: «μόνον τοῦ μὴ μετέχοντος τῶν δε [– τῶν κοινῶν] οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ’ ἀχρείον νομίζομεν» ⸱ δηλαδή «μόνον αυτόν που δεν συμμετέχει στα κοινά δεν τον θεωρούμε απλώς αδρανή, αλλά άχρηστο».Η ιδιωτεία, στην αυθεντική της σημασία, δεν είναι απλώς η απομάκρυνση από τα κοινά• είναι η εκούσια άρνηση της κοινής μοίρας, η απόσυρση του ανθρώπου στην αυτάρκεια των μικρών του συμφερόντων, σαν να μην τον αφορά η τύχη του συνόλου. Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν καλά ότι η πόλις δεν είναι απλώς χώρος διαβίωσης, αλλά ο κοινός ορίζοντας εντός του οποίου ο άνθρωπος γίνεται πολίτης. Ο ἰδιώτης γι’ αυτούς δεν ήταν ουδέτερος• ήταν άχρηστος, διότι σιωπούσε εκεί όπου όφειλε να πράξει. Κι όμως, στη συγκαιρινή ελλαδική κοινωνία, αυτή η ιδιωτεία έχει πάψει να είναι παρεκτροπή και έχει γίνει καθολικός τρόπος ύπαρξης. Το πρόσωπο συρρικνώνεται στο άτομο, η ευθύνη στην ανάγκη, η ζωή στην κατανάλωση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πλειοψηφία δεν λειτουργεί ως φορέας συλλογικής σοφίας αλλά ως μάζα που ακολουθεί την αδράνεια των συνηθειών της. Ο Αριστοτέλης προειδοποιούσε ότι η κυριαρχία του πλήθους, αν δεν στηρίζεται στην αρετή και στην παιδεία, εκπίπτει σε οχλοκρατία• και ο Τοκβίλ, αιώνες αργότερα, διέκρινε τον κίνδυνο μιας τυραννίας της πλειοψηφίας που επιβάλλει την αισθητική της μετριότητας και την ηθική της ευκολίας. Έτσι, ο δημόσιος λόγος σήμερα μοιάζει με θέατρο της ελαφρότητας⸱ τραγούδια δίχως περιεχόμενο, πρόσωπα δίχως πνευματικό βάρος και μια κοινωνία που, προτιμώντας το ευχάριστο ψεύδος από την οδυνηρή αλήθεια, καταδικάζει τον στοχαστή στη σιωπή.


























