Πρώτη ανάρτηση 27 Νοεμβρίου 2012
Μαρσέλ Μαριέν (1920-1993)
Γουίλιαμ Χηρστ και Γιόζεφ Γκαίμπελς
(…) Ο πολιτισμός μας, είναι γνωστό αυτό, οφείλει πολλές υπηρεσίες στο διάβολο. Ας ρίξουμε λοιπόν τώρα το φως της έρευνάς μας σε μορφές, όπως ο Γουίλιαμ Ράντολφ Χήρστ, που επινόησε τον σύγχρονο Τύπο, και ο Γκαίμπελς με τον Χίτλερ, που τον χρησιμοποίησαν μεταξύ πολλών άλλών μέσων για να ρίξουν τον κόσμο στη φωτιά και το αίμα. (…)
Χηρστ
Σε ό,τι αφορά τον Χηρστ αρκεί να θυμίσουμε, ότι με αυτόν αρχίζει ο Τύπος να επεμβαίνει αποφασιστικά στην Ιστορία, προκειμένου να την κατευθύνει προς προσχεδιασμένους σκοπούς. Χάρη σε μια δαιμόνια ενορχηστρωμένη καμπάνια, ο Χηρστ [παρέα με τον Τζόζεφ Πούλιτζερ, σ.τ. HS] συνέβαλε δραστικά στο ξέσπασμα του Ισπανοαμερικανικού πολέμου το 1898 για τον έλεγχο της Κούβας. Τα πιο ασήμαντα γεγονότα διογκώθηκαν στο έπακρο και χρησιμοποιήθηκαν κάθε λογής προβοκάτσιες προκειμένου να συναινέσει η
κοινή γνώμη και, μέσω αυτής, να σπρωχτεί η κυβέρνηση σε αυτό τον πόλεμο, υπακούοντας στο απόφθεγμα του Χηρστ, που έλεγε «Μην περιμένετε τα πράγματα να αλλάξουν∙ αλλάξτε τα εσείς!».
Έχει μάλλον υποτιμηθεί η εκπληκτική επιρροή και η επιτυχία της συνταγής του Χηρστ για τη δημοσιογραφία, η οποία συνοψίζεται στα εξής: μετασχηματισμός του Τύπου από όργανο πληροφόρησης σε εργαλείο συγκινησιακού αναβρασμού∙ προτεραιότητα στην πρόκληση εντυπώσεων και στην αναμόχλευση των ακατέργαστων ενστίκτων έναντι της λογικής προσέγγισης∙ και ανατροπή των παραδόσεων της τυπογραφίας με την εισαγωγή γιγάντιων πρωτοσέλιδων και εικόνων βίας. Σήμερα κανείς δεν αμφιβάλλει για την αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου, στην οποία στηρίζονται τόσο όλες οι εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας όσο και η εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος.
Γκαίμπελς
Σε ό,τι αφορά τον Χίτλερ και τον Γκαίμπελς, αυτό που εντυπωσιάζει είναι το πόσο φτωχή είναι η θεωρία τους σε σύγκριση με τη γνώση που έχουν για τα συναισθήματα του κυρ-Μήτσου και της κυρά-Κατίνας. Είναι άλλωστε γνωστή η φράση του Χίτλερ:
“Στη μεγάλη του πλειοψηφία, ο λαός έχει διαθέσεις και νοοτροπίες γυναίκας σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που οι γνώμες και οι πράξεις του καθορίζονται πολύ περισσότερο από τις εντυπώσεις παρά από τη σκέψη. (...) Κάθε προπαγάνδα πρέπει να οργανώνεται με βάση τον πιο στενόμυαλο και αργόστροφο από εκείνους στους οποίους απευθύνεται. Γι’ αυτό και το νοητικό επίπεδο της προπαγάνδας πρέπει να είναι τόσο πιο χαμηλό όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός της ανθρώπινης μάζας, την οποία θέλει να πείσει”.