Διονύσιος Σκλήρης
Γιώργος Κοντογιώργης, Ιστορία του ελληνικού κόσμου. Το ελληνικό κοσμοσύστημα από τις απαρχές έως τις ημέρες μας, Αρμός, Αθήνα 2025.
Πρόκειται για ελληνική έκδοση του έργου Histoire de la Grèce (Éditions Hatier, Παρίσι, 1992) επικαιροποιημένη και εμπλουτισμένη, καθώς περιέχει επίσης εκτενή ιστοριογράφηση των ετών 1992-2025 και μια ανανεωμένη ματιά που περιλαμβάνει τις εξελίξεις κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες.
Το έργο αναζητεί το ιδιάζον του Ελληνισμού και το ανιχνεύει κατεξοχήν στον ανθρωποκεντρισμό μικρής κλίμακας, ο οποίος αναπτύχθηκε αρχικά στις πόλεις-κράτη και στη συνέχεια, από την ελληνιστική περίοδο, στις κοσμοπόλεις.
Χαρακτηριστικά του ανθρωποκεντρικού συστήματος, όπως το ορίζει ο συγγραφέας, είναι η έμφαση στην πολιτική ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει την κοινωνική και την ατομική. Το ανθρωποκεντρικό ελληνικό σύστημα διαθέτει ερείσματα ακόμη και στο ελληνικό αιγαιακό τοπίo με τους μικρούς περίκλειστους, πλην σε επαφή με τη θάλασσα χώρους, που ευνοούν την ανάπτυξη πόλεων και εμπορίου.
Μετά τη μυκηναϊκή κρατοκεντρική ανακτορική περίοδο, αποκτά σημασία το συνοδικό σώμα των ίσων της φατρίας και του φύλου, ενώ η πόλις στην σταδιακή της ανάπτυξη βασίζεται στο φυσικό επικοινωνιακό σύστημα, τη θαλασσοκρατία και τη χρηματιστική οικονομία που συντελούν στην ανάπτυξη κοινωνίας των πολιτών. Η μικρή κλίμακα της πόλεως διαφαίνεται και στον ορισμό, στον οποίο προβαίνει ο Ιππόδαμος ο Μιλήσιος, ότι η «αρίστη πολιτεία» οφείλει να μην είναι υπερβολικά μεγάλη, αλλά και στις παρατηρήσεις του Αριστοτέλους, μεταξύ άλλων, για το ότι οι πολίτες έχουν «αυτόφυτον εργασίαν».
Ο Κοντογιώργης διαβάζει τη σικελική εκστρατεία κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο ως αποτυχία της Αθήνας να μεταβεί από πόλη σε κοσμόπολη. Τον 4ο αιώνα ο Αριστοτέλης διαγιγνώσκει στον πολιτικό στοχασμό του τη μετάβαση από την πόλη-κράτος στο οικουμενικό κοσμοπολιτειακό κράτος.
Η ελληνιστική και βυζαντινή κοσμόπολη
Ωστόσο, το κομβικό στην ανάγνωση του Κοντογιώργη είναι ότι η κοσμόπολις και το κράτος της οικουμένης συνεταιρίζονται με το πολεοτικό φαινόμενο και το ενσωματώνουν σε μία συμμαχική και οργανική σχέση, που σφράγισε την ελληνιστική, αλλά και τη ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή, διατηρούμενη με ιδιότυπο τρόπο ακόμη και μετά την οθωμανική κατάκτηση.
Η ελληνιστική/ ρωμαϊκή/ βυζαντινή κοσμόπολη διαφέρει από την απολυταρχία, τη δεσποτεία και τη θεοκρατία, ως προς το ότι οι ελληνίδες πόλεις είναι εταίροι της σύνολης πολιτείας της κοσμοπόλεως βάσει της αρχής της επικουρικότητας. Οι πόλεις αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της κοσμοπόλεως, ενσωματώνοντας τα ιθαγενή φύλα στην οικονομία του εμπορίου και της μεταποιήσεως, και ενσαρκώνοντας τον τρόπο του εν ελευθερία βίου.
Η εδαφικά συντεταγμένη μοναρχία συνδυάστηκε με την κλασική πόλη, καθώς η μοναρχία δεν ενσαρκώνει το κράτος, αλλά αποτελεί εξωτερική του έκφραση. Ο μονάρχης, παρατηρεί ο Κοντογιώργης, δεν ασκούσε άμεση εξουσία επί ενός εκάστου ατόμου της επικράτειας, καθώς το συναντούσε με παρένθετο τρόπο διά της πόλεως. Πάντως η έμφαση στη μικρή κλίμακα και ο συναφής κατακερματισμός συνέβαλε στην ήττα από τους Ρωμαίους, οι οποίοι και πέτυχαν τη μετάβαση στην πλήρη οικουμένη, ακολουθώντας, ωστόσο, έναν δηωτικό κανόνα που διόγκωσε τη δουλεία, ενώ επανήλθε μια πιο αυστηρά ολιγαρχική πολιτεία. Ο δημοκρατικός τρόπος επιστρέφει με τη χριστιανική Εκκλησία και τον δήμο των πιστών.