«Πως να σωπάσω μέσα μου, την ομορφιά του κόσμου..«

του Δημήτρη Ν. Γιαννάτου
Οι πρόγονοι, μας έδεσαν σε μια μοίρα τραγική και περήφανη. Φορτίο βαρύ και κληρονομιά ευθύνης.., ευωδιά αξιοπρέπειας! όπως στα λουλουδάκια του Επιταφίου και στην προσμονή της Ανάστασης… Ένας τόπος, βιωμένος στο φως. Η προίκα που μας έδωσαν, ηρωική και πολλές φορές πένθιμη. Κι εκεί που λες μας γονατίζει θλίψη, η άλλη παράδοση των σεβάσμιων Πατέρων, κλεισμένων στα στενά αλλά και στα ψηλά όρη της οντολογίας μας, να μας τονώνει με το ζωοποιό πένθος, που δίνει καινούρια πνοή, να προχωράς στην δέσμευση της ζωής, του Έρωτα και όχι του Θανάτου. Το αεράκι της κληρονομιάς που χαϊδεύει τα μάρμαρα του Παρθενώνα και τρεμοσβήνει το φως των κεριών, ψηλά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού και στα αγιοκέρια της Αγιά Σοφιάς… «Πως να σωπάσω μέσα μου, την ομορφιά του κόσμου..«. Ο κόσμος, που είναι το κόσμημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, που μιλά Φιλοσοφία, και είναι κύκλος, διαλεκτική – διάλογος δηλαδή, θεού και ανθρώπων, εκκλησία προσώπων και δημοκρατίας – όπως οι εκκλησίες μας και οι τρούλοι τους. Στρογγυλοί, σοφοί και συμμετοχικοί, υπερβατικές αγκαλιές αγάπης.
Στα σοκάκια της γειτονιάς μας και τις εξοχές της Ανάστασης…. «Δεν ξεχωρίζει. Είναι ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους δρόμους της Αθήνας. Είναι, ας πούμε, ο δρόμος που κατοικούμε. Μικρός, ασήμαντος, λυπημένος, τυραννικός, μα κι απέραντα ευγενικός. Έχει πολύ χώμα, πολλά παιδιά, πολλές μητέρες, πολλές ελπίδες και πολλή σιωπή. Κι όλα σκεπασμένα από ένα τρυφερό, μα κι αβάσταχτο ουρανό. Εδώ, σ’ αυτό το δρόμο, γεννιούνται και πεθαίνουν τα όνειρα τόσων παιδιών, ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους θα ενωθεί με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου και θα χαθεί» (οδός Ονείρων)

Το αεράκι του πολιτισμού μας, δροσερό, πελαγίσιο, σαν στίχος του Ελύτη. Στροβιλίζεται άναρχα και ιαματικά, από τη γη της Ιωνίας, στις πεζούλες του μόχθου, του ξωμάχου και του αγωγιάτη, στην Άννα την Κομνηνή και τη γυναίκα της Πίνδου, στον διάσπαρτο ελληνισμό της Οικουμένης. Εκεί που παντρολογιούνται ο Άη Λαός κι η Αγιά Θαλασσινή. Ωραία λόγια, μας νανούρισαν και μας ξελόγιασαν…Ο Αίσωπος και η γοργόνα. Κι αν μας πλάνεψε για λίγο η γοργόνα των παραμυθιών της Δύσης, πάντα πιστεύαμε στη μόνη γοργόνα, που σχεδόν μεταφυσικά, μας επέστρεφε στη γενέθλια γη μας. Την αδερφή του Αλέξανδρου, στοιχειό και κατάρα, από τη μια, λιακάδα και μεράκι από την άλλη. Ίδια η διαλεκτική του Ηράκλειτου και του Πλάτωνα, δηλαδή. Που κάποιοι, άλλοι δάσκαλοι, αρνήθηκαν, αυτοί οι «μοντέρνοι», να είναι …δημο-διδάσκαλοι κι έτσι δεν μας είπαν ότι οι βυζαντινοί πατέρες, συνέχισαν και αναγέννησαν το δύσκολο έργο της αποδοχής μιας κληρονομιάς που έρχεται από μακρυά…




























