Ὁ Σπυρίδων Μηνέττος (ὁ βίος γράφτηκε ἀπό τόν ἀνηψιό του Κωνσταντῖνο Μηνέττο) γεννήθηκε στό χωριό Γεννάδι Ρόδου στίς 12 Δεκεμβρίου 1898, ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, τοῦ ὁποίου καί ἔλαβε τό ὄνομα.
Οἱ γονεῖς του Κωνσταντῖνος καί Χριστίνα ἦταν πτωχοί βιοπαλαιστές, ἀλλά πολύ εὐσεβεῖς. Ἀνέθρεψαν τόν πρωτότοκο Σπῦρο καί τά μικρότερα ἀδέλφια του Μανώλη, Μηνᾶ, Εἰρήνη, Ἐλευθερία καί Ἰωάννη χριστιανικά καί μέ πολλή ἀγάπη.
Φοίτησε στό Δημοτικό σχολεῖο τοῦ χωριοῦ. Οἱ γονεῖς του ἐκκλησιάζονταν τακτικά καί ὁ μικρός Σπῦρος ὑπεραγαποῦσε τήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία ἔβλεπε σάν δεύτερο σπίτι του.
Ἀπό μικρό παιδί στεκόταν ὄρθιος σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας καί, ὅπως ἔλεγε ἡ μητέρα του, καταλάβαινε τούς Ψαλμούς, χωρίς νά ἔχη διδαχθεῖ ἀπό κανέναν. Συχνά ἐπαναλάμβανε τά λόγια τοῦ ψάλτη ἤ τοῦ ἱερέα.
Ἡ ἴδια ἡ μητέρα του Χριστίνα, διηγήθηκε τό ἑξῆς περιστατικό: «Βρισκόμασταν στήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στό Γεννάδι. Παρακολουθούσαμε σκυφτοί τόν ἱερέα πού στήν μεγάλη εἴσοδο κρατοῦσε τά θεῖα Δῶρα καί κατευθυνόταν πρός τό Ἱερό. Σήκωσε τό κεφάλι του ὁ πεντάχρονος τότε Σπῦρος καί ἀνεφώνησε: “Μαμά, ἕνα ἄσπρο περιστέρι κάθεται πάνω στό Δισκοπότηρο!”. Κοίταξα καί δέν εἶδα τίποτε! Τρόμαξα! “Τί βλέπει τό παιδί;”, ἀναρωτήθηκα. Ὁ μικρός Σπῦρος τό κοίταζε συνεπαρμένος μέχρι πού ὁ ἱερέας μπῆκε στό Ἱερό. “Σκύψε, τοῦ λέω, μήν κοιτᾶς!”. Ἔσκυψε τό κεφάλι ὁ Σπῦρος ἐπιμένοντας. “Μά τό εἶδα, μαμά! Ἦταν ἕνα ἄσπρο περιστέρι καί καθόταν ἐπάνω στό Δισκοπότηρο!”». Αὐτή τήν ἐμπειρία δέν τήν ξέχασε ποτέ, ἀλλά καί ποτέ δέν ἤθελε νά τήν συζητήση.



























