Η μέγιστη πολιτική ειρωνεία στην υπόθεση του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας είναι ότι ο Θάνος Ντόκος δεν κατατάσσεται στους χειρότερους συνεργάτες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Ανήκει στην ολιγομελή ομάδα των καλύτερων και δεν σχετίζεται με τον πολυμελή κύκλο αυλοκολάκων του Μαξίμου.
Ανεξάρτητα από τις πάρα πολλές αμφιλεγόμενες θέσεις του – ειδικά ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις – γνωρίζει τα θέματα, διατηρεί το θάρρος της γνώμης του και διορθώνει σωρεία λαθών και παραλείψεων του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, την τελευταία τριετία.
Επομένως, προκαλεί έκπληξη ότι, μετά το κωμικοτραγικό γεγονός με τους ανεπίσημους εκπροσώπους του Κρεμλίνου, ο κ. Ντόκος δεν υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους ευθιξίας. Άλλωστε, δεν θα διακινδύνευε να γινόταν τελικά δεκτή, καθώς ο πρωθυπουργός δεν έχει την πολυτέλεια κλυδωνισμών στο παρόν κυβερνητικό οικοδόμημα, που προσβάλλει την ιστορία της άλλοτε κραταιάς και υπερήφανης Νέας Δημοκρατίας.
Γι’ αυτό, άλλωστε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αξίωσε, πρώτος, την παραίτηση του συμβούλου του. Επίσης, προκαλεί μεγαλύτερη έκπληξη το ότι ο Ντόκος αποδέχθηκε εξαρχής τον παραλογισμό των ανώνυμων κυβερνητικών πηγών (σ.σ.: οι “πηγές” είναι, συχνά, προάγγελοι μελλοντικού “αδειάσματος”) ότι δήθεν δεν συνέβη και κάτι φοβερό, επειδή έχουν προηγηθεί παρόμοια περιστατικά με άλλους Ευρωπαίους αξιωματούχους.
Προφανώς, οι ανώνυμες πηγές – μετά από 7 ολόκληρα χρόνια στην εξουσία – δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι αποτελεί κατάντια, αντί να επιδιώκουν το καλύτερο, να συγκρίνουν – εθελοντικά – την κυβέρνηση Μητσοτάκη με τις αποτυχίες άλλων χωρών. Γιατί, στο γεωγραφικό σταυροδρόμι που βρίσκεται η Ελλάδα, με τις τόσες εξωτερικές απειλές και τα τόσα εσωτερικά προβλήματα, δεν είναι δυνατόν κανένας κυβερνητικός παράγοντας να αποδέχεται – σαν να μη συνέβη τίποτα – φάρσες, υβριδικές απειλές, υποκλοπές και hacking.






