Ο βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄της Βαυαρίας για πολιτικούς λόγους, και προκειμένου να εδραιωθεί η εξουσία της δυναστείας των Wittelsbach στην Ελλάδα, επιθυμούσε την ταχύτερη δυνατή έναρξη της οικοδομήσεως των ανακτόρων. Κατά τη διάρκεια της τετραμήνου παραμονής του στην Αθήνα (από τον Δεκέμβριο του 1835 έως τον Μάρτιο του 1836) και κατόπιν επανειλημμένων γνωμοδοτήσεων σχετικά με τις κατάλληλες περιοχές χωροθετήσεως του κτηρίου, καθώς και κατόπιν συντάξεως δύο διεξοδικών αναφορών των θεραπόντων ιατρών του Όθωνος Röser και Wibmer (που τις υπέβαλαν την πρωτοχρονιά του 1836 και στις οποίες συνιστούσαν ως πλέον υγιεινή περιοχή για την ανέγερση των Ανακτόρων τις ανατολικές παρυφές της πόλεως, δηλαδή την περιοχή του αρχαίου Λυκείου), ο βασιλεύς Λουδοβίκος – παρακάμπτοντας τον διστακτικό υιό του ‘Οθωνα – έκανε δεκτή την πρόταση των δύο ιατρών.
Ο Friedrich von Gaertner (1791-1845), ο αρχιτέκτων, στον οποίον ο βασιλεύς Λουδοβίκος ανέθεσε την εκπόνηση των σχεδίων των Ανακτόρων, ώρισε ως ακριβή τόπο χωροθέτησής τους όχι τη νότια κλιτύ του Λυκαβηττού, αλλά μια χαμηλή έξαρση του εδάφους στις ανατολικές παρυφές της νέας πόλεως, κοντά στην πύλη του Διοχάρους του αρχαίου τείχους, από όπου απολάμβανε κανείς ανεμπόδιστα τη θέα του Σαρωνικού, της Ακροπόλεως και της παλαιάς πόλεως.
Άποψη της Αθήνας από τον Λυκαβηττό. Διακρίνεται το τείχος του βοεβόδα Χασεκή και στον ορίζοντα τα βουνά της Σαλαμίνας. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του Franz Heger (1792-1836).Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου για τη χωροθέτηση των Ανακτόρων υπήρξε πολύ επιτυχής διότι προσέφερε έναν ανοικτό περιβάλλοντα χώρο και υπερυψωμένη θέση, η οποία εξησφάλιζε άριστες οπτικές διασυνδέσεις. Ξενίζει, ωστόσο, η αδιαφορία του Gaertner για μια μελετημένη πολεοδομική ένταξη των Ανακτόρων στον ιστό τόσο της παλαιάς όσο και της νέας πόλεως. Το οικοδόμημα αναγείρεται σε μια προνομιούχο θέση που γεννά αυθορμήτως την σκέψη δημιουργίας μιας εκτεταμένης περιοχής πρασίνου, η οποία θα μπορούσε να εκτείνεται από τις κλιτύες του Λυκαβηττού μέχρι τις όχθες του Ιλισσού.2 Και πράγματι, αργότερα το νότιο τμήμα αυτής της περιοχής απέκτησε ενιαίο χαρακτήρα χώρου αναψυχής στο κέντρο της πόλεως, καθώς περιλαμβάνει τον Βασιλικό Κήπο, τον Κήπο του Ζαππείου, τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, τέλος, τον αναδασωμένο Λόφο του Αρδηττού. Ο αρχιτέκτων των Ανακτόρων ωστόσο αγνόησε αυτή την προοπτική. Η ενασχόλησή του με τη διαμόρφωση του τοπίου που περιβάλλει τα Ανάκτορα υπήρξε μάλλον επιπόλαιη, θα λέγαμε μάλιστα συμβατική. Έχει κανείς την εντύπωση πως ήθελε να αποφύγει τη διευθέτηση αυτού του θέματος. Και είχε τους λόγους του: επειδή εκείνη την εποχή επικρατούσε ακόμα αβεβαιότητα όσον αφορά την εφαρμογή του αναθεωρημένου από τον Leo von Klenze πολεοδομικού σχεδίου των Αθηνών (1834), ο Gaertner, σοφά πράττοντας, προτίμησε να αποφύγει τη διατύπωση συγκεκριμένων πολεοδομικών προτάσεων διαρρυθμίσεως του περιβάλλοντος χώρου για να μη θέσει σε κίνδυνο την εφαρμογή του σχεδίου του για τα Ανάκτορα.










Ένας από τους κίονες που «ξεφυτρώνουν» σε διάφορα σημεία.





Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


