Του Στρατή Ψάλτου
Ύστερα από την επίθεση των Νεοτούρκων στον Αφιόν Καραχισάρ στις 13 Αυγούστου 1922 και την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού αφέθηκε σε μια άτακτη υποχώρηση προς τα παράλια. Μάλιστα, είχε δοθεί από την κυβέρνηση η οδηγία να φύγει ο στρατός, αλλά ο άμαχος πληθυσμός να παραμείνει.
Μάταια ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας, ο επονομαζόμενος και μαύρος καβαλάρης, ζητούσε από τους ανωτέρους του να κρατήσει ο ελληνικός στρατός ένα μέτωπο γύρω από τη Σμύρνη και την Ερυθραία, έστω για δύο εβδομάδες, ώστε να δινόταν η δυνατότητα να φύγει πρώτα ο άμαχος πληθυσμός και ύστερα ο στρατός.
Όταν έφθασε στο Σαλιχλί μαζί με το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, βρήκε στον σιδηδοδρομικό σταθμό βαγόνια γεμάτα από έναν όχλο Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι εμπόδιζαν τον άμαχο πληθυσμό να επιβιβασθεί σε αυτά. Δεν άντεξε. Διέταξε τους άντρες του να παραταχθούν γύρω από τα βαγόνια και απευθυνόμενος προς τον όχλο των στρατιωτών είπε ότι αν δεν κατέβαιναν από το τρένο, για να επιβιβασθούν πρώτα οι πρόσφυγες και ύστερα αυτοί, θα τους εκτελούσε επί τόπου. Και κατέβηκαν, γιατί ήξεραν ότι ήταν αποφασισμένος να το κάνει. Έτσι, κατόρθωσε και μεταφέρθηκε προς τη Σμύρνη ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού της Φιλαδέλφειας (Alaşehir) και του Σαλιχλί.



