Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) και ο Ιερομάρτυρας Κυπριανός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (1756-1821).
Γράφει ο Στέλιος Κούκος
Στον Νίκο Ορφανίδη
Το όνομα του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού μοιάζει να ακούγεται ως ταυτολογία με την Μεγαλόνησο. Τόσο πολύ ταυτίστηκε μαζί της ο Ιερομάρτυρας και εθνομάρτυρας της 9ης Ιουλίου του 1821. Και μοιάζει να είναι ως εσαεί ο προεξάρχων, ο μιλλέτ μπασί, δηλαδή ο τοπικός εθνάρχης της Ρωμιοσύνης. Του κυπριακού τόπου που τέτοια μέρα γίνεται ένα διάσπαρτο μαρτυρικό τοπίο από τις άκρες των ακρών μέχρι το κέντρο της και το τουρκικό σαράι της Λευκωσίας έξω από το οποίο μαρτύρησε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός.Αλλά σε ποια Ρωμιοσύνη αναφερόμαστε; Αυτή την οποία ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης γράφει πως: «Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,/ κανένας εν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψει,/ κανένας, γιατί σσιέπει την που τά ‘ψη ο Θεός μου./ Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!»
Ουσιαστικά της Ρωμιοσύνης που ταυτίζεται τόσο με τον κόσμο όσο και με την διάρκειά του. Για να μην πούμε, μάλιστα, πως μερικές φορές δρα και εκ μέρους του, τον αντιπροσωπεύει ή τον εκπροσωπεί και μάλιστα ποικιλοτρόπως. Και, φυσικά, δεν αναφερόμαστε σε κουτσαβακισμούς, ψευτοπαλικαριές, πάσης φύσεως επιδειξιομανίες, αλλά για θυσίες υπέρ ελευθερίας της ύπαρξης, των προσωπικών πεποιθήσεων, της πίστης, του τόπου και όλης της ανθρωπότητας και της κτίσεως!
Και να που και ο ποιητής μοιάζει και ο ίδιος να προεξάρχει μέσα από την ποιητική του δεινότητα στον καημό της ίδιας πράξεως της φρικτής και υπέρκοσμης τελετής της 9ης Ιουλίου του 1821 στην Λευκωσία της Κύπρου. Έτσι, όπως κάθε ποιητής ο οποίος μπορεί να υψώνεται στο μέτρο του έπους που θέλει να απαγγείλει στον λαό και σε όσους κρολλοούνται, στήνουν δηλαδή αυτί, για να ακούσουν τι μεταφέρουν, τι αποκαλύπτουν οι θεσπέσιοι λόγοι του.
Τόσο ο Ιεράρχης όσο και ο ποιητής, σε αντίθεση με τον Σαλαμίνιο Τεύκρο τον οποίο ο θεός Απόλλων εθέσπισε, όρισε να ζήσει στην Κύπρο («Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν οικείν» «Ελένη» Ευριπίδη), θεσπίζουν ο μεν πρώτος με την προσφορά και την θυσία της ζωής του υπέρ της πίστης, του ποιμνίου, της Ρωμιοσύνης και του τόπου του, και ο άλλος με την τέχνη του έναν δυσπερίγραπτο τρόπο ύπαρξης, ζωής, δημιουργίας και ασύλληπτης προσφοράς.
Τηρουμένων των αναλογιών ανάμεσα στις δύο αυτές προσωπικότητες ο μεν ένας προσφέρεται ο ίδιος ο δε άλλος με την ποίησή του δημιουργεί το πιο ποιητικό, εκφραστικό, στοχαστικό, θρηνητικό συναξάρι της θυσιαστικής και θριαμβευτικής πορείας και πράξης εξόδου του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού.

