Του Μάνου Λαμπράκη
Θυμήθηκα απόψε στη Νίκαια τον Φρέντυ Γερμανό, από τα χρόνια που φοιτούσα στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας, να μας λέει πως ένας από τους τόπους όπου μαθαίνεις τον άνθρωπο και, επομένως, μαθαίνεις να γράφεις, είναι οι κηδείες. Με τον Παναγιώτη Κακολύρη, συμφοιτητή και κολλητό μου τότε, πήραμε τη φράση σχεδόν κατά γράμμα και αρχίσαμε να πηγαίνουμε σε δημόσιες, μεγάλες, λαϊκές κηδείες, σαν να μπορούσε κανείς εκεί να μαθητεύσει σε κάτι που κανένα εργαστήριο γραφής δεν διδάσκει: στη στιγμή όπου ο άνθρωπος παύει για λίγο να επιμελείται τον εαυτό του.
Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια μέχρι να αισθανθώ σήμερα την ανάγκη να επιστρέψω σε εκείνο το παράξενο σχολείο και να ξαναδώ τι σημαίνει λαϊκή κηδεία. Και το πρώτο πράγμα που είδα δεν ήταν το φέρετρο, αλλά τις πολυκατοικίες. Γύρω από τον ναό, στα μπαλκόνια, είχαν βγει άνθρωποι, πολλοί, κάποιοι έτρωγαν ακόμη το βραδινό τους και κοιτούσαν προς τα κάτω, ενώ στον δρόμο χιλιάδες περίμεναν τον Γιώργο. Έμεινα σχεδόν δύο ώρες ανάμεσά τους και σκεφτόμουν πόσο λίγο γνωρίζουμε πια αυτόν τον κόσμο, επειδή έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε κοινωνία εκείνο που εμφανίζεται στις οθόνες μας. Όμως εδώ δεν υπήρχαν followers.
Υπήρχαν σώματα.
Άνθρωποι κανονικοί, εργαζόμενοι, γείτονες, οικογένειες, ψηφοφόροι, εκείνοι που τα κόμματα μετατρέπουν σε ποσοστά, οι πλατφόρμες σε δεδομένα, η αγορά σε καταναλωτές και η τηλεόραση σε κοινό, είχαν κατέβει στον δρόμο χωρίς κανείς να τους οργανώσει, επειδή ένας θάνατος τούς αφορούσε.
Θα ήθελα να τους έβλεπαν έτσι κάποτε οι πολιτικοί, όχι από την πρώτη σειρά μιας κηδείας και όχι μέσα από μια κυλιόμενη μέτρηση πρόθεσης ψήφου, αλλά από πίσω, ανώνυμοι ανάμεσά τους. Γιατί αυτό που βρισκόταν απόψε γύρω μου δεν χωρούσε ούτε σε δημοσκόπηση ούτε σε hashtag. Ήταν κάτι πολύ παλαιότερο και πολύ πιο επικίνδυνο για όποιον έχει ξεχάσει να το ακούει:
λαϊκό αίσθημα.
Και ήταν λαϊκός θρήνος.
Άρχισα να μιλώ με ανθρώπους δίπλα μου που κατάλαβα πως ανήκαν σε αυτή την κοινότητα της Δυτικής Αττικής, ανθρώπους που δεν είχαν φτάσει για να καταγράψουν το γεγονός, αλλά γνώριζαν τον τόπο και την οικογένεια. Ο κύριος στα κεριά, φίλος της οικογένειας, μου είπε σχεδόν παρεμπιπτόντως δύο πράγματα που άλλαξαν για μένα ολόκληρη τη βραδιά: σε αυτόν τον ναό βαφτίστηκε ο Γιώργος και σε αυτόν τον ναό έψελνε παιδί.


