Δημοσθένης Μιχόπουλος
Τὸ 1822, στὴν Ἐπίδαυρο, οἱ ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες ψηφίζουν τὸ πρῶτο Σύνταγμά τους.
Καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πολὺ μεγαλύτερο ἀπὸ μία καινούργια διοικητικὴ ὀργάνωση.
Διότι ἐδῶ ὁ ρωμαίικος κόσμος ἀρχίζει νὰ περιγράφει τὴν πολιτικὴ ὕπαρξή του μὲ τὴ γλώσσα ἑνὸς ἄλλου κόσμου.
Ἡ Ρωμανία γνώριζε ὅτι ἡ ἐξουσία ὑπάρχει γιὰ νὰ διαφυλάττει τὸν τρόπο ζωῆς καὶ λατρείας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ποὺ διαφυλασσόταν στὸν κοινοτικὸ τρόπο. Ἡ Δύση ἔχει χάσει τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἔχει ὑποπέσει στὸ βαρβαρικὸ ἦθος τῆς λατρείας τῆς ἐξουσίας.
Αὐτὸ εἶναι τὸ κέντρο τῆς διαφορᾶς.
Ἡ Ρωμανία γνώριζε ἰσχυρότατη ἐξουσία.
Αὐτοκράτορα, στρατό, διοίκηση, φορολογία, δικαστήρια, νόμους, κρατικὸ μηχανισμό.
Ἡ διαφορά, ἑπομένως, δὲν βρίσκεται στὸ ἰσχυρὸ ἢ στὸ ἀδύναμο κράτος.
Βρίσκεται στὸ τί λατρεύει μία κοινωνία καὶ συνεπῶς στὸ τί ὑπηρετεῖ ἡ ἐξουσία της.
Στὴ Ρωμανία τὸ κέντρο δὲν εἶναι ἡ ἐξουσία.
Τὸ κέντρο εἶναι ὁ Θεός.
Ἡ ἀλήθεια δὲν παράγεται ἀπὸ τὸ κράτος.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν παράγεται ἀπὸ τὸ κράτος.
Ἡ κοινωνία δὲν παράγεται ἀπὸ τὸ κράτος.
Ὁ αὐτοκράτορας παραλαμβάνει ἕναν κόσμο ποὺ προϋπάρχει τῆς ἐξουσίας του καὶ ὀφείλει νὰ τὸν διαφυλάξει.
Ἕναν κόσμο ἐνορίας, κοινότητας, πόλεως, μοναστηριοῦ, οἰκογένειας.
