από Ευάγγελος Κοροβίνης
-17 Φεβρουαρίου 2026Όταν γίνεται λόγος για πελατειακές σχέσεις ο νους των περισσοτέρων πάει στις αθέμιτες συναλλαγές και σχέσεις μεταξύ πολιτικών και ψηφοφόρων, στα πλαίσια των οποίων οι πρώτοι παραχωρούν διάφορα οφέλη (θέσεις εργασίας, επιχορηγήσεις κ.λπ.) στους δεύτερους με αντάλλαγμα τις ψήφους των. Το φαινόμενο όμως των σχέσεων πάτρωνα και πελάτη έχει μακρά προϊστορία και γεωγραφική εξάπλωση. Οι δεσμοί μεταξύ των πατρικίων και των πιστών ακόλουθών τους στην αρχαία Ρώμη, των φεουδαρχών και των δουλοπαροίκων στον μεσαίωνα και των γαιοκτημόνων με τους γεωργούς σε διάφορες αγροτικές κοινωνίες είναι μερικά παραδείγματα αυτών των σχέσεων.
Η βαθμιαία παραχώρηση του δικαιώματος ψήφου στην διάρκεια του 19ου αιώνα και του πρώτου ημίσεος του 20ου επέτρεψε στις παλιές ιεραρχίες να επιβεβαιώσουν ελισσόμενες τα προνόμια τους, ανταλλάσσοντας αγαθά και υπηρεσίες με ψήφους. Οι σχέσεις πατρώνων και πελατών την περίοδο αυτή ήταν προσωποπαγείς και τα πολιτικά κόμματα ήταν συνασπισμοί προυχόντων, ενώ το πελατειακό φαινόμενο είχε διάδοση στην Νότια Ευρώπη κυρίως.
Με την εμφάνιση των μαζικών κομμάτων και την κατίσχυση της αντίληψης ότι η κομματική ένταξη πρέπει να αφορμάται από μια κοινή ιδεολογία και από την υπεράσπιση κοινών συμφερόντων, η συναλλαγή μεταξύ ψηφοφόρων και πολιτικών αντιμετωπίσθηκε ως αθέμιτο απομεινάρι του παρελθόντος. Θεωρήθηκε ότι διαφθείρει τα πολιτικά ήθη, αντιστρατεύεται τον νόμο και καταπατά τις αρχές της δημοκρατίας. Παρά ταύτα η επέκταση του κρατικού παρεμβατισμού το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα δημιούργησε νέες ευκαιρίες ελέγχου από τους πολιτικούς πολλαπλάσιων πλέον δημόσιων πόρων και έδωσε την δυνατότητα διανομής συλλογικών αγαθών, με μεροληπτικό πάντα τρόπο, σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Στην ελληνική περίπτωση το πελατειακό φαινόμενο υφίσταται σχεδόν από της συστάσεως του νεοελληνικού κράτους και εντεύθεν. Παρά την στροφή στην δημιουργία μαζικών κομμάτων στην περίοδο της Μεταπολίτευσης και την απομείωση του προσωποπαγούς χαρακτήρα των σχέσεων κράτους και πολίτη, το πολιτικό σύστημα παραμένει πελατειακό έως τις ημέρες μας. Ναι μεν δεν είναι αποκλειστικά βουλευτοκεντρικό και οι παραδοσιακοί μεσολαβητές έχουν χάσει μέρος της αυτονομίας τους έναντι του συλλογικού πάτρωνα, της κομματικής οργάνωσης δηλαδή, αλλά κάθε άλλο παρά έχει εκλείψει το διαπροσωπικό στοιχείο στις σχέσεις κράτους και πολιτών. Στα πλαίσια αυτά δεν είναι παράξενο ότι συνεχίζεται σε έναν βαθμό η παράδοση του διορισμού των «δικών μας παιδιών» στο κράτος και ότι τα οικονομικά τζάκια της χώρας είναι όλα σχεδόν διαπλεκόμενα και κρατικοδίαιτα.

















