από Ευάγγελος Κοροβίνης
-4 Φεβρουαρίου 2026Το δημογραφικό πρόβλημα στην χώρα μας και αλλού προσλαμβάνει τα τελευταία χρόνια δραματικές διαστάσεις. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 οι θάνατοι είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις στην Ελλάδα, ενώ το 2025 οι γεννήσεις- πάντα στην χώρα μας- έπεσαν κάτω από το ψυχολογικό όριο των 70.000,την ίδια στιγμή που οι θάνατοι ήταν διπλάσιοι. Τα τελευταία χρόνια ο δείκτης γονιμότητας, που καταδεικνύει τον αριθμό των παιδιών που γεννούν οι γυναίκες σε όλη την διάρκεια της αναπαραγωγικής τους ζωής, είναι πολύ χαμηλός. Βρίσκεται, συγκεκριμένα, στα επίπεδα των 1,3-1,4 παιδιών ανά γυναίκα, αρκετά πιο κάτω από τα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα που απαιτούνται για την αναπλήρωση των γενεών και την σταθεροποίηση του πληθυσμού.
Τα αίτια του φαινομένου είναι ποικίλα. Τα κοινωνικοοικονομικά αίτια είναι τα πλέον προφανή και συζητούμενα. Όλοι αναφέρονται στο υψηλό κόστος ζωής και στέγασης, το υψηλό επίσης κόστος εκπαίδευσης των παιδιών και στον ανεπαρκή αριθμό παιδικών σταθμών καθώς και στα βραχέα σχετικά διαστήματα αδειών εγκυμοσύνης και λοχείας.
Οι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες δεν είναι οι μόνοι όμως στους οποίους οφείλεται το οξύ δημογραφικό πρόβλημα. Η χώρα μας δεν το μονοπωλεί. Οι γεννήσεις πέφτουν δραματικά σε όλα τα δυτικά κράτη όπως και σε ορισμένα μη δυτικά. Τα πρωτεία στην πτώση των γεννήσεων τα έχει η Νότια Κορέα, μια από τις πιο αναπτυγμένες οικονομίες του πλανήτη που βρίσκεται μάλιστα σε φάση ταχείας ανάπτυξης. Ο δείκτης γονιμότητας στην Νότια Κορέα είναι 0,72 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ ο πληθυσμός της χώρας αυτής αναμένεται να μειωθεί κατά το ήμισυ στα επόμενα 22 χρόνια, αν δεν αναπληρωθεί από την εισροή μεταναστών. Ισχυρή ένδειξη για την ύπαρξη και άλλων αιτίων που ενέχονται για την πτώση των γεννήσεων, πέραν των κοινωνικοοικονομικών, είναι και το γεγονός ότι οι γυναίκες χαμηλού εισοδήματος γεννούν περισσότερα παιδιά από τις γυναίκες με αξιοπρεπείς οικονομικές αποδοχές.

















