Του Αλέκου Μιχαηλίδη
Γεννήθηκε στην Ευρύχου τον Νοέμβρη του ’57. Έπιασε αγίασμα από τα χώματα που πότισε με το αίμα του ο Μάρκος Δράκος. Μυήθηκε –δίχως να το ξέρει- σε μια γενιά ανταρτών που έμοιαζαν ημίθεοι. Και μεγαλώνοντας, αμφισβήτησε τη μοίρα του τόπου. Πρώτα ως Καταδρομέας, μετά στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών κι ύστερα μαθαίνοντας την ιστορία και τη γλώσσα αυτών που καταδυνάστευαν και βασανίζουν τόσους λαούς και τον δικό μας.
Διάβαζε, κατέγραφε, μάθαινε τι συνέβαινε στην Τουρκία, στο Κουρδιστάν, στα κατεχόμενα. Ενημέρωνε τις κυπριακές κυβερνήσεις, αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα της ελευθερίας της Κύπρου, που περνούσε και περνά από τα βουνά του Κουρδιστάν. Μελέτησε τη μεγάλη αντίσταση του PKK και δημιούργησε, με τους συντρόφους του, την Επιτροπή Αλληλεγγύης στο Κουρδιστάν. Υποχρέωσε τη Βουλή να συζητήσει για τον κουρδικό λαό και τον αγώνα του, έμαθε στην κυβέρνηση τι συνέβαινε στα βουνά, ποιος ήταν ο Οτσαλάν, που έγινε αγαπητός φίλος του.
Ο Θεόφιλος, αυτός ο σπουδαίος κουβαλητής του φωτός, δεν τιμήθηκε όσο άξιζε. Δολοφονήθηκε στις 20 Μαρτίου 1994, μια μέρα πριν την πανάρχαια γιορτή του Νεβρόζ, τη γιορτή της επικράτησης του φωτός επί του σκότους, τη γιορτή της νέας ζωής, της εθνικής αναγέννησης των Κούρδων.






