Στό ἀποχαιρετιστήριο γεῦμα του στοῦ Μπαρμπαγιάννη ὁ κύρ Ἀλέξανδρος κερνάει ὅποιον περάσει ἀπ' τό μαγαζί.
Τοῦ διαλέγει μονάχος του μεζέ, τοῦ γεμίζει τήν κούπα καί τόν βάζει νά τσουγκρίσουν καί νά συχωρεθοῦν. Ὁ Μαλακάσης τόν ρωτάει ἄν ἀγόρασε, ὅπως ἔπρεπε, παπούτσια καί ροῦχα γιά νά πάει στό νησί του.
- Ἀγόρασα, Μιλτιάδη μου. Δέν ψεύδομαι ἐγώ. Ἀλλά τά πῆρα παλιά. Θέλεις ν' ἁμαρτήσω τώρα στά γεροντάματα; Κι ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα μου, πῶς θά ἐπικαλεστῶ τή μεγάλη εὐχή: ''Εἰ ἐμεγαλοφρόνησα, εἰ περιεβλήθην πλούσια ἱμάτια...''.
Ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα γιά τό λογαριασμό ὁ Μπαρμπαγιάννης κάνει τόν ἀνήξερο. Δέ θέλει νά πάρει χρήματα.
- Δέν πειράζει, κύρ Ἀλέξανδρε. Κρατησέ τα νά οἰκονομηθεῖς κι ἀργότερα μοῦ τά στέλνεις.
-Ὄχι. Ὄχι. Τόν πιάνει ἀπ' τό μπράτσο, τό Μπαρμπαγιάννη, τόν τραβάει λίγο παράμερα καί τοῦ βάζει στό χέρι δυό χαρτονομίσματα.
-Εἶσαι καλός ἄνθρωπος καί σ' ἔχω στήν ψυχή μου. Κι ἄν σοὔφταιξα καμμιά φορά, ἄνθρωποι εἴμαστε. Δῶσε μου ἄφεση.
Τήν ἄλλη μέρα, πρωί, ὁ κύρ Ἀλέξανδρος παίρνει παράμερα τήν κυρά-Μαρία, τή σπιτονοικοκυρά του.
-Αὐτά τά ὀλίγα διά τό ἐνοίκιον.
-Μά γιατί, κύρ- Ἀλέξανδρε; Ἀκόμα δέ βγῆκε ὁ μήνας.
-Λάβε τα τώρα ὁπού τά ἔχω. Ἄλλωστε εἶναι τά τελευταῖα. Φεύγω γιά τήν πατρίδα.
- Ἀργότερα τῆς λέει: νά μοῦ ἀνάβεις κανένα κερί, κυρά -Μαρία, ὅταν πεθάνω.
-Καί ποῦ θά τό μάθω ἐγώ, κύρ- Ἀλέξανδρε, ὅταν πεθάνεις; Ἐσύ θἄσαι στήν πατρίδα σου.
-Θά τό μάθεις, κυρά-Μαρία. Νά εἶσαι βέβαιη πώς θά τό μάθεις...".
Αὐτή ἤτανε στά θλιβερά σκοτάδια τῆς Ἀθήνας ἡ ἐκπληχτική ἀποκορύφωση τοῦ μουσικοῦ συχώριου τῆς Ὀρθοδοξίας μέσα σ' ἕνα παπαδοπαίδι πού βασανίστηκε ἀνυπεράσπιστο.
Ὑποκλίνομαι.
Νίκος Καροῦζος, Πεζά κείμενα, σ. 263-264
Για την αντιγραφή Δημήτρης Μπαλτάς
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com













Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | Ζωγραφιά: Κωστής Καζαμιάκης
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

