Όταν οι απορίες επιζούν των απαντήσεων
από Πέτρος Φαραντάκης
Τώρα που τα χρόνια της διδασκαλίας έχουν κουρνιάσει ήσυχα στις άκρες της μνήμης, επιστρέφω νοερά στη σκόνη του μαυροπίνακα, εκεί όπου πέρασα μεγάλο μέρος της ζωής μου. Δεν ήταν μια σκόνη από συνωστισμό ή αιθάλη, αλλά από κιμωλίες που άφηναν λευκά ίχνη σαν απομεινάρια σκέψεων, από βλέμματα εφήβων που άλλοτε έλαμπαν από περιέργεια και άλλοτε χάνονταν σε αχαρτογράφητες ηπείρους, από ερωτήσεις που ξεπηδούσαν απρόσμενα σαν μικρά φυτά μέσα από τις ρωγμές του τσιμέντου. Κάθε σχολική αίθουσα ήταν ένας μικρός κόσμος αντιθέσεων, στον οποίο η άγνοια συναντούσε τη γνώση, η αμφιβολία τη βεβαιότητα και η νεανική ανησυχία την προσπάθεια του δασκάλου να δώσει μορφή στο ακατέργαστο υλικό της ζωής.
Όσο περισσότερο προχωρώ σε αυτή τη σκόνη, άλλο τόσο καταλαβαίνω ότι το δυσκολότερο εμπόδιο δεν ήταν η διδασκόμενη ύλη, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. Κάθε τάξη ήταν ένα μωσαϊκό διαφορετικών ψυχών, ικανοτήτων και αφετηριών. Ο υπερπληθυσμός των μαθητών στη σχολική αίθουσα, την μετέτρεπε συχνά σε μια μικρή πολιτεία χωρίς ζωτικό χώρο για όλους τους κατοίκους της. Πολλοί νέοι άνθρωποι προσπαθούσαν να συνυπάρξουν σε έναν τόπο περιορισμένο, φέροντας ο καθένας τη δική του οικογενειακή ιστορία, τις δικές του δυνατότητες, τις δικές του ανασφάλειες. Η ανομοιογένεια της τάξης ήταν η ίδια η εικόνα της ζωής: κανένα δάσος δεν αποτελείται από δέντρα του ίδιου ύψους, ίδιας μορφής και ίδιας αντοχής. Κι όμως, το σχολείο συχνά ζητούσε από όλα τα δέντρα να μεγαλώσουν με τον ίδιο ρυθμό και να δώσουν τον ίδιο καρπό.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα εμφανίστηκε ο μεγάλος χρησμός της εποχής: «γρήγορη μάθηση». Η γνώση έπρεπε να κινείται με ταχύτητα μηχανής, σαν να μπορούσε ο ανθρώπινος νους να ανοίγει και να κλείνει όπως ένας ηλεκτρονικός φάκελος. Η πληροφορία έμπαινε, η αξιολόγησή της ακολουθούσε και όλοι έδειχναν ότι η κατανόηση είχε συντελεστεί. Ξεχνούσαμε όμως ότι η γνώση δεν είναι στιγμιαίο γεγονός αλλά αργή καλλιέργεια. Ο σπόρος δεν φυτρώνει επειδή κάποιος τον διατάζει να βιαστεί. Η σοφία χρειάζεται χρόνο, σιωπή και εσωτερική ζύμωση. Αν ο Σωκράτης ζούσε στην εποχή μας, ίσως κάποιος να του έκανε παρατήρηση επειδή καθυστερούσε υπερβολικά με τις ερωτήσεις του και δεν ολοκλήρωνε την «ύλη».
Στον περίγυρο του μαυροπίνακα, υπήρχαν και τα άτομα της διοίκησης. Οι διευθυντές των σχολείων, άνθρωποι συχνά σε αμηχανία ανάμεσα σε εντολές από πάνω και παράπονα από κάτω, έμοιαζαν πολλές φορές να παρακολουθούν από κάποια απόσταση μια πολύπλευρη παιδαγωγική δοκιμασία, προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα σε αντικρουόμενες απαιτήσεις. Φρόντιζαν τα προγράμματα, τα έγγραφα, τις προθεσμίες και τις σφραγίδες. Ωστόσο τα βαθύτερα παιδαγωγικά ερωτήματα δεν έβρισκαν πάντοτε τον χρόνο και τον χώρο που απαιτούσαν. Τούτο δεν οφειλόταν σε αδιαφορία. Επρόκειτο μάλλον για κεκτημένη ταχύτητα μιας μηχανής που είχε μάθει να λειτουργεί χωρίς να αναρωτιέται καν για τον σκοπό της. Τα παιδαγωγικά προβλήματα, όμως, δεν λύνονται με εγκυκλίους. Χρειάζονται όραμα, διάλογο και την τόλμη κάποιου να πει ότι πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένας άνθρωπος.
Όσο περισσότερο προχωρώ σε αυτή τη σκόνη, άλλο τόσο καταλαβαίνω ότι το δυσκολότερο εμπόδιο δεν ήταν η διδασκόμενη ύλη, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. Κάθε τάξη ήταν ένα μωσαϊκό διαφορετικών ψυχών, ικανοτήτων και αφετηριών. Ο υπερπληθυσμός των μαθητών στη σχολική αίθουσα, την μετέτρεπε συχνά σε μια μικρή πολιτεία χωρίς ζωτικό χώρο για όλους τους κατοίκους της. Πολλοί νέοι άνθρωποι προσπαθούσαν να συνυπάρξουν σε έναν τόπο περιορισμένο, φέροντας ο καθένας τη δική του οικογενειακή ιστορία, τις δικές του δυνατότητες, τις δικές του ανασφάλειες. Η ανομοιογένεια της τάξης ήταν η ίδια η εικόνα της ζωής: κανένα δάσος δεν αποτελείται από δέντρα του ίδιου ύψους, ίδιας μορφής και ίδιας αντοχής. Κι όμως, το σχολείο συχνά ζητούσε από όλα τα δέντρα να μεγαλώσουν με τον ίδιο ρυθμό και να δώσουν τον ίδιο καρπό.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα εμφανίστηκε ο μεγάλος χρησμός της εποχής: «γρήγορη μάθηση». Η γνώση έπρεπε να κινείται με ταχύτητα μηχανής, σαν να μπορούσε ο ανθρώπινος νους να ανοίγει και να κλείνει όπως ένας ηλεκτρονικός φάκελος. Η πληροφορία έμπαινε, η αξιολόγησή της ακολουθούσε και όλοι έδειχναν ότι η κατανόηση είχε συντελεστεί. Ξεχνούσαμε όμως ότι η γνώση δεν είναι στιγμιαίο γεγονός αλλά αργή καλλιέργεια. Ο σπόρος δεν φυτρώνει επειδή κάποιος τον διατάζει να βιαστεί. Η σοφία χρειάζεται χρόνο, σιωπή και εσωτερική ζύμωση. Αν ο Σωκράτης ζούσε στην εποχή μας, ίσως κάποιος να του έκανε παρατήρηση επειδή καθυστερούσε υπερβολικά με τις ερωτήσεις του και δεν ολοκλήρωνε την «ύλη».
Στον περίγυρο του μαυροπίνακα, υπήρχαν και τα άτομα της διοίκησης. Οι διευθυντές των σχολείων, άνθρωποι συχνά σε αμηχανία ανάμεσα σε εντολές από πάνω και παράπονα από κάτω, έμοιαζαν πολλές φορές να παρακολουθούν από κάποια απόσταση μια πολύπλευρη παιδαγωγική δοκιμασία, προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα σε αντικρουόμενες απαιτήσεις. Φρόντιζαν τα προγράμματα, τα έγγραφα, τις προθεσμίες και τις σφραγίδες. Ωστόσο τα βαθύτερα παιδαγωγικά ερωτήματα δεν έβρισκαν πάντοτε τον χρόνο και τον χώρο που απαιτούσαν. Τούτο δεν οφειλόταν σε αδιαφορία. Επρόκειτο μάλλον για κεκτημένη ταχύτητα μιας μηχανής που είχε μάθει να λειτουργεί χωρίς να αναρωτιέται καν για τον σκοπό της. Τα παιδαγωγικά προβλήματα, όμως, δεν λύνονται με εγκυκλίους. Χρειάζονται όραμα, διάλογο και την τόλμη κάποιου να πει ότι πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένας άνθρωπος.


Κώστας Θεριανός
















