Παῦλος Ευδοκίμωφ


1. Στὰ 1515 ὁ καθεδρικὸς ναὸς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ στὴ Μόσχα μόλις εἶχε διακοσμηθῆ μὲ εἰκόνες λαμπρές, ἐκτελεσμένες ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ μεγάλου διδασκάλου Ρουμπλιώφ. 
Ὅταν ὁ μητροπολίτης, οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ πιστοὶ μπῆκαν σ’ αὐτόν, ὅλοι μὲ μία φωνὴ ἀνέκραξαν: «Ἀληθινὰ ἀνοίγονται οἱ οὐρανοὶ καὶ οἱ λαμπρότητες τοῦ Θεοῦ παρουσιάζονται».

 Κατανοοῦμε ἀπόλυτα αὐτὸ τὸ αἴσθημα ἐμπρὸς στὴνεἰκόνα τῶν εἰκόνων, τὴν εἰκόνα τῆς ἁγίας Τριάδος, ἐκτελεσμένη στὰ 1425 ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ἀνδρέα Ρουμπλιώφ. Ἑκατὸν πενῆντα περίπου χρόνια ἀργότερα ἡ σύνοδος τῶν Ἑπτὰ Κεφαλαίων τὴν ἀναγνωρίζει   ὡς ὑπόδειγμα τῆς ἁγιογραφίας καὶ ὅλων τῶν ἀναπαραστάσεων τῆςἁγίας Τριάδος.
Στὰ 1904 ἡ ἐπιτροπὴ γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν μνημείων ἀφαιρεῖ τὰ μεταλλικὰ κοσμήματα καί, ὕστερα ἀπὸ μία ἐργασία ἀπαλλαγῆς ἀπὸστρώματα μεταγενέστερα, ἡ εἰκόνα παρουσιάσθηκε μὲ μιὰ τέτοια λάμψη, ὥστε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς κυριολεκτικὰ ἀναστατώθηκαν.  
Μποροῦμε νὰ εἰποῦμε μὲ βεβαιότητα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε παρόμοιο ὡς πρὸς τὴν δύναμη τῆς θεολογικῆς συνθέσεως, τὸν πλοῦτο τοῦσυμβολισμοῦ καὶ τὴν ἄφθαστη καλλιτεχνικὴ ὡραιότητα.

2. Μποροῦμε νὰ ξεχωρίσωμε τρία ὑπερκείμενα ἐπίπεδα. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ ἀνάμνηση τῆς βιβλικῆς διηγήσεως γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τῶν τριῶν ὁδοιπόρων στὸν Ἀβραάμ (Γεν. ιη΄ 1 - 15), ποὺ τὴν ἑρμηνεύει τὸ λειτουργικὸ σχόλιο: «Μακάριε Ἀβραάμ, τὴν εἶδες καὶ τὴν δέχθηκες ἐσὺ τὴν μία καὶ τριαδικὴ θεότητα»*. Ἡ ἀπουσία ὅμως τῶν μορφῶν τοϋ Ἀβραὰμ καὶ τῆς Σάρρας μᾶς καλεῖ τώρα νὰ εἰσδύσωμε βαθύτερα, στὸ δεύτερο ἐπίπεδο, στὸ ἐπίπεδό της «θείας οἰκονομίας». Οἱ τρεῖς οὐράνιοι ὁδοιπόροι ἀποτελοῦν τὸ «Αἰώνιο Συνέδριο» καὶ τὸ τοπίοἀλλάσσει σημασία: ἡ σκηνὴ τοῦ Ἀβραὰμ γίνεται ἀνάκτορο καὶ ναός, ἡ δρῦς τοῦ Μαμβρῆ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς καὶ ὁ κόσμος ἕνα σχηματικὸ κύπελλο μέσα στὴν  φύση, ἀνάλαφρο σημεῖο τῆς παρουσίας της. Τὸ ἐπιτραπέζιο σκεῦος μὲ τὸ μοσχάρι τὸ ἀντικαθιστᾶ τὸ ποτήριο τῆς εὐχαριστίας.