Του Μάνου Σαριδάκη
Μεγάλο Σάββατο, 23 Απρίλη του 1949... Η 2η Μεραρχία του ΔΣΕ του Διαμαντή, βρίσκεται εγκλωβισμένη στο ‘’Λαζόρεμμα‘’στη Γκιώνα κοντά στο χωριό Συκιά. Οι αντάρτες και οι αντάρτισσες, ολοι τους μαυροτένεροι, πεινασμένοι και τρισάθλιοι. Διηγείται η Ευσταθία Καψή από την Γλούνιστα, αδερφή του καπετάν-Ανάποδου.
“Ενα χάος στροβιλίζεται στο μυαλό μας. Πιάσαμε ο καθένας από έναν έλατο, τυλιχτήκαμε με τις χλαίνες, βάλαμε προσκέφαλο το άδειο σακίδιο, πήραμε το ντουφέκι αγκαλιά και αφήσαμε τις σκέψεις μας στο κενό σε μια παρανοϊκή πραγματικότητα. Τώρα είναι τόσο κοντά η ζωή και ο Θάνατος. Ξεστρατισμένοι απ’ το φυσιολογικό δρόμο της ζωής. Κανένας μας δεν θυμάται τίποτα. Ούτε αν είναι Μέγα Σάββατο η ξημερώνει Λαμπρή.
Ωστόσο ο μέραρχος μας ο Διαμαντής δέν έχει ύπνο. Πηγαινοέρχεται ανήσυχος καπνίζοντας αρειμανίως, δεν τον χωράει ο τόπος, δίνει οδηγίες για το αυριανό Πασχαλινό δρομολόγιο.
“Ορθρου βαθέος” θα περάσουμε τον Μόρνο, στην παρυφή του χωριού Συκιά κι ύστερα θα ανεβούμε στην Μουσουνίτσα, στα Βαρδούσια, κι ύστερα …βλέπουμε. Μοιάζουμε όλοι γερασμένα λιοντάρια που δεν μπορούν να κονομήσουν την τροφή
τους. Μας πήρε ο ύπνος. Μοιάζουμε άδειες σαμπρέλες για πέταμα με την ψυχή βαρειά απ’ τον κατατρεγμό και τ’αδιέξοδα.
Ξεκινήσαμε ... ημέρα Πάσχα 24 Απρίλη του 1949. Κατηφοριαστό το ρέμμα απότομο, γλυστράει, δεν μπορούμε να στεριώσουμε, και μείς ο ένας κοντά τον άλλον μοιάζουμε φαντάσματα πατώντας στα νύχια μην δημιουργήσουμε θόρυβο λές και δεν είμαστε “εκ του κόσμου τούτου”. Ο στρατός λουφαγμένος στο Λευκαδίτι δεν θέλει να χαλάσει την πασχαλιάτικη ευφροσύνη του. Ισως να έμαθε ότι διαβαίνει ο Διαμαντής, κι ο φόβος φυλάει τα έρμα.


















