Του Ντίνου Παπαντωνίου
Το ηθικό, πνευματικό και πολιτισμικό ανάστημα μιας πόλης δεν κρίνεται από το ύψος των κτιρίων της, αλλά από τον σεβασμό της ιστορίας, του τοπίου και των ανθρώπων της.
Εκεί κρίνεται και το πολιτικό και ηθικό ανάστημα όσων αποφασίζουν για το μέλλον της.
Το 1954 ο Δημήτρης Πικιώνης έγραφε για την Αθήνα:
«Χρέος είχαμε να τη φυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού,τόσο περισσότερο όσο από τη φύση της γης ετούτης και του ουρανού, δεν μπορεί να αφαιρέσει κανείς τίποτε χωρίς να καταστρέψει την αρμονία των ισορροπημάτων που συνέχει το όλον.
Αλλά είναι πια αργά. Τρισμέγιστη θα είναι η ενοχή μας.
Όχι μονάχα έναντι του εαυτού μας, μα έναντι της μνήμης, των περασμένων, των μελλόντων και έναντι των λαών της οικουμένης».
Και ο Αριστομένης Προβελέγγιος αναρωτιόταν:
«Για την ευκολία κάποιων κάφρων απεκόπη η πόλη από το φυσικό της τοπίο;»
Η Αθήνα δεν είναι οικόπεδο. Οι αρχαίοι λόφοι και τα μνημεία της δεν είναι απομονωμένα αξιοθέατα.
Μαζί με τη γη και τον ουρανό της αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, όπου η φύση, η ιστορία και η καθημερινή ζωή είναι δεμένες μεταξύ τους.
Η πολιτική, η αρχιτεκτονική, η γεωγραφία και η κοινωνιολογία οφείλουν να σέβονται αυτή την ενότητα και να τη συνεχίζουν δημιουργικά, με ευθύνη απέναντι στον τόπο και στους ανθρώπους του.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο τι χτίζουμε, αλλά και τι καταστρέφουμε χτίζοντας.

















