Του Θανάση Χούπη
Τίρανα, Δεκαπενταύγουστος του 1994.
Λίγο μετά τις 5 το απόγευμα, αφού πλήρωσα, με τη βοήθεια του θεόσταλτου εφοπλιστή Βαγγέλη Αγγελάκου, το πρόστιμο που μού επιβλήθηκε, στο αλβανικό νόμισμα ("λεκ" / lek), έβγαινα απ' τη φυλακή που βρισκόταν στα περίχωρα της αλβανικής πρωτεύουσας.
Το "έγκλημα"που διαπράξαμε, για το οποίο μας συνέλαβαν, πάνω από 20 δημοσιογράφους, τεχνικούς - μέλη τηλεοπτικών συνεργείων και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, απ' την Ελλάδα και την Ομογένεια, ήταν η απόφασή μας να σταθούμε στο πλευρό των Πέντε Ελλήνων, Βορειοηπειρωτών, ηγετικών στελεχών της "Ομόνοιας". Άλλοι από επαγγελματική υποχρέωση και όλοι υπακούοντας στο εθνικό χρέος.
Η πολλαπλά ευεργετημένη ηγεσία της Αλβανίας, με τον Σαλί Μπερίσα στο τιμόνι της, εκείνη την περίοδο, με τη στήριξη και κάποιων ιδεολογικά συγγενών τους εξ Ελλάδος, είχαν αποφασίσει να προκαλέσουν, για πολλοστή φορά την Πατρίδα μας.
Προσδιόρισαν την έναρξη της "Δίκης" - παρωδία, για τις 15 Αυγούστου, θεωρώντας ότι οι Έλληνες θα ήταν εκείνη τη μέρα στα Πανηγύρια... Κι όταν είδαν ότι αυτό δεν συνέβη, καθώς στα Τίρανα βρέθηκαν πολλές εκατοντάδες εκπρόσωποι της πολιτικής και της κοινωνίας, αποφάσισαν να κλιμακώσουν τις προκλήσεις.
Μόλις ολοκληρώθηκε η ανάγνωση των χαλκευμένων ψευδο-κατηγοριών και η αρχική τοποθέτηση των κατηγορουμένων, καθώς η ζέστη στην αίθουσα του "Δικαστηρίου" ήταν αφόρητη, κατευθύνθηκα στον περίβολό του, για να δώσω την πρώτη ανταπόκριση της ημέρας στην ΕΡΤ3.
Στη σκέψη μου κυριαρχούσε η αγέρωχη εικόνα του Κώστα Κυριακού και του Ηρακλή Σύρμου, πρώην πολιτικών κρατουμένων στο κολαστήριο καταναγκαστικής εργασίας του Σπάτς. Τους είχαν βάλει στη δεύτερη σειρά, πίσω απ' τον Θόδωρο Μπεζιάνη, τον Βαγγέλη Παπαχρήστο και τον Παναγιώτη Μάρτο, οι οποίοι είχαν κι αυτοί στο βλέμμα τους τη δύναμη και το κουράγιο που άντλησαν από τη διεθνή και την ομόθυμη, ελληνική κατακραυγή, για τις σταλινικές μεθοδεύσεις της τυραννίας των Τιράνων.

