
Γράφει ο Σπύρος Κουτρούλης* -
Σε ένα σύντομο, αλλά εξαιρετικά πυκνό δοκίμιο, που μετάφρασε και προλόγισε άριστα ο Γ. Ρακκάς, ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Κ. Λας επιτυγχάνει να θέσει τους λόγους για τους οποίους το δίπολο αριστερά και δεξιά έχασε την σημασία του και δεν μπορεί πλέον να εμπνεύσει ελπίδα. Θεμελιώνει με επιχειρήματα μια αίσθηση κοινή σε καθένα που παρακολουθεί και ερμηνεύει τις εξελίξεις στην χώρα μας και στον κόσμο.
Ο Καστοριάδης ήδη από το 1986 παρόμοια επεσήμανε «εδώ και καιρό, ο διαχωρισμός αριστερά-δεξιά, στη Γαλλία, όπως και αλλού, δεν ανταποκρίνεται πια στα μεγάλα προβλήματα του καιρού μας, ούτε σε ριζικά διαφορετικές πολιτικές επιλογές»(Λας, Καστοριάδης, Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, Μετάφραση Χ.Σταματοπούλου, Επιμέλεια Γ.Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις σελ. 58).
Ο Λας κατηγορεί την αριστερά πως «έχει χάσει την επαφή της με τον κοινό λόγο» (σελ.38), ενώ «έφτασε να θεωρεί την κοινή λογική –την παραδοσιακή σοφία και τις κοινοτικές παραδόσεις ως εμπόδιο για την πρόοδο και τον διαφωτισμό. Επειδή ταυτίζει την παράδοση με την προκατάληψη, έχει καταστεί πλέον ανήμπορη να συνομιλήσει με τους απλούς ανθρώπους στην κοινή τους γλώσσα. Ολοένα και περισσότερο μιλάει το δικό της ιδίωμα, το θεραπευτικό ιδίωμα των κοινωνικών επιστημών και των επαγγελματιών των κοινωνικών υπηρεσιών, ιδίωμα που μοιάζει να υπηρετεί μάλλον την αμφισβήτηση όλων εκείνων που οι πάντες θεωρούν αυτονόητα»(σελ.30). Η αριστερά χρησιμοποιεί μια «νέα γλώσσα», "new speak" κατά τον Όργουελ που συγκαλύπτει την πραγματικότητα.
Αξίες και συλλογικές ταυτότητες όπως η οικογένεια, που υποτίθεται ότι της υπερασπίζεται η δεξιά, δέχονται καίρια κτυπήματα από την κυριαρχία του καταναλωτισμού. Η ανάγκη να εργάζονται και τα δύο μέλη της οικογένειας περιορίζει τον χρόνο που της αφιερώνεται και αφετέρου ο καταναλωτισμός διαφημίζει, ίσως κάποτε επιβάλλει, μια ζωή δίχως τις υποχρεώσεις και την προσφορά που προϋποθέτει η οικογενειακή ζωή.
Το ιστορικό βάρος μεταφέρεται από την παραγωγή στην κατανάλωση. Η προτεραιότητα στην παραγωγή και στον εργαλειακό ορθολογισμό απαιτούσε εγκόσμιο ασκητισμό, αφοσίωση στην εργασία, αποταμίευση και στην συνέχεια επένδυση. Αντίθετα η προτεραιότητα στην καταναλωτισμό απαιτεί ανορθολογισμό, κυριαρχία της εικόνας και των συμβόλων έναντι του λόγου, εκμετάλλευση των ενστίκτων.
Βραχύβια διάρκεια ζωής
Γράφει «η ίδια ιστορική διαδικασία που μετέβαλε τον πολίτη σε πελάτη, μεταμόρφωσε τον εργάτη από παραγωγό σε καταναλωτή. Έτσι, η ιατρική και ψυχιατρική επίθεση στην οικογένεια ως έναν τεχνολογικά οπισθοδρομικό κοινωνικό θεσμό ήρθε μαζί με την εκστρατεία της διαφημιστικής βιομηχανίας να πείσει τους ανθρώπους ότι τα έτοιμα προϊόντα που αγοράζει κανείς από τις από τις μεγάλες αλυσίδες λιανικής πώλησης είναι καλύτερα από αυτά που φτιάχνονται στο σπίτι»(σελ.38).
Κάθε προϊόν έχει μια βραχύβια διάρκεια ζωής, αφού η αξία χρήσης του έχει αντικατασταθεί από την ανάγκη για καινοτομία. Έτσι «μια κοινωνία που οργανώνεται γύρω από τη μαζική παραγωγή δημιουργεί εξάρτηση από την αίσθηση του κατέχειν. Η ανάγκη για καινοτομία και νέα διέγερση γίνεται ακόμα πιο επιτακτική, ενώ παρεμβάλλονται σ’ αυτήν μεσοδιαστήματα ανίας ολοένα και πιο δυσβάσταχτης. Έτσι είναι αρκετά εύστοχή η παρατήρηση του Γουίλλιαμ Μπάροουζ που λέει ότι ο σύγχρονος καταναλωτής συμπεριφέρεται ως «πρεζάκι της εικόνας»(σελ. 42).
Ο Λας αποδεικνύει τις αντιφάσεις της δεξιάς : «αυτές οι ατομικιστικές αξίες είναι εντελώς αντι-παραδοσιακές, στο εσώτερο νόημα και τις επιπτώσεις τους. Είναι αξίες ενός ρευστού ανθρώπου, που βρίσκεται σε αποσύνδεση από τους προγόνους του, από την οικογενειακή συνθήκη, από οτιδήποτε δημιουργεί δεσμούς και περιορίζει την ελευθερία των κινήσεων. Τι το παραδοσιακό έχει η απόρριψη της ίδιας της παράδοσης, της συνέχειας, και η αποθέωση της ανεστιότητας; Ο συντηρητισμός που ταυτίζεται με τις δυνάμεις της αδιάκοπης κινητικότητας είναι ένας επίπλαστος συντηρητισμός. Όπως είναι εκείνος που προπαγανδίζει υπέρ της αισιοδοξίας, καταγγέλλει την «καταστροφολογία» και αρνείται να ανησυχήσει για το μέλλον»(σελ.48).
Εξίσου αρνητικός
Ο Λας καταλήγει εξίσου αρνητικός προς την αριστερά και την δεξιά γράφοντας: «η ιδέα μιας «Αριστεράς» έχει εξαντλήσει την ιστορική της ύπαρξη και πρέπει να εγκαταλειφθεί, όπως πρέπει να εγκαταλειφθεί και ένας συντηρητισμός που, σε μεγάλο βαθμό, με τη δική του ρητορική, συγκαλύπτει τις παλαιότερες φιλελεύθερες παραδόσεις. Οι παλιές ταμπέλες δεν έχουν κανένα νόημα πλέον. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να μπερδεύουν ακόμα περισσότερο τη συζήτηση αντί να την ξεδιαλύνουν. Αποτελούν προϊόντα μιας παλαιότερης εποχής, της εποχής του ατμού και του χάλυβα, και είναι εντελώς ακατάλληλες για την εποχή της ηλεκτρονικής, του ολοκληρωτισμού και της μαζικής κουλτούρας. Ας αποχαιρετήσουμε αυτούς τους παλιούς μας φίλους, ένθερμα μα ειλικρινά, και ας αναζητήσουμε αλλού έμπνευση και ηθική υποστήριξη»(σελ.55).