Του Μάνου Λαμπράκη
Η Φλέρυ Νταντωνάκη δεν τραγούδησε ποτέ στο Ηρώδειο, δεν τραγούδησε ποτέ στην Επίδαυρο, δεν τραγούδησε ποτέ στο Μέγαρο Μουσικής, δεν τραγούδησε ποτέ στη Σκάλα του Μιλάνου.
Κι όμως, αν υπάρχει μια ελληνική φωνή που μοιάζει να έχει περάσει από όλους αυτούς τους χώρους ως κάτι που προϋπήρξε της ίδιας της εμφάνισης, είναι η δική της.
Η Φλέρυ δεν υπήρξε «μεγάλη τραγουδίστρια» με τον τρόπο που η γλώσσα μας τακτοποιεί εύκολα τους ατακτοποίητους. Υπήρξε κάτι πολύ πιο δύσκολο: μια φωνή που δεν μπορούσε να αποσπαστεί από τον ψυχισμό της.
Δεν τραγουδούσε για να δείξει τι μπορεί να κάνει.
Τραγουδούσε σαν να δοκίμαζε κάθε φορά αν μπορεί ακόμη να υπάρξει. Εκεί όπου η καθημερινότητα διαλυόταν, εκεί όπου το φαγητό, η έξοδος, η συνάντηση, η συνέχιση της ημέρας γίνονταν πεδία αγωνίας, η φωνή ερχόταν να κρατήσει έναν εαυτό που δεν στεκόταν πάντα όρθιος με τους συνηθισμένους τρόπους.
Όχι να τον θεραπεύσει ακριβώς. Να τον κρατήσει για λίγο ενιαίο.
Ο Μάνος Χατζιδάκις το άκουσε αυτό πριν ακόμη το εξηγήσει. Δεν βρήκε απλώς μια ερμηνεύτρια για τα τραγούδια του. Βρήκε το σώμα που μπορούσε να μεταφέρει την πιο επικίνδυνη πλευρά της δικής του τρυφερότητας.
