Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΦΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΦΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

01 Δεκεμβρίου 2025

Για τον κυρ-Γιάννη Τσαρούχη

"Κάθε  Σάββατο  μια  σταλιά  λογοτεχνίας "                                                       

 

   Του Δημήτρη Βασιλειάδη                                                                                                                   

Άλλα ήταν τα σχέδιά μου για τη σημερινή σταλιά, αλλιώς τη σχεδίαζα στο νου μου, ώσπου χθες είδα,  σε μια ανάρτηση ενός φίλου (λυπάμαι πολύ που δε θυμάμαι τ΄ όνομά του), την παρακάτω φωτογραφία στην οποία εικονίζεται ο λατρεμένος Γιάννης Τσαρούχης με το δάσκαλό του τότε κυρ-Φώτη Κόντογλου στα Μετέωρα (μάλλον είχανε πάει για κάποια δουλειά που είχανε αναθέσει στον Κόντογλου). 

       Τη φωτογραφία αυτή, συνόδευε ένα κείμενο στο οποίο ο σπουδαίος σύγχρονος αγιορείτης πατέρας της Εκκλησίας Βασίλειος Γοντικάκης, που πρόσφατα τον ‘’χάσαμε’’, φανερώνει τη γνώμη του για τον κυρ-Γιάννη Τσαρούχη, και ιδιαίτερα, μέσα από ένα περιστατικό, τη σχέση του με το Άγιο Όρος, η οποία όπως γνωρίζουμε ήταν πολύ στενή. Σχεδόν αυτόματα, το μυαλό μου ταξίδεψε στο πολύ όμορφο, για μένα, βιβλίο του Θανάση Νιάρχου ‘’Καθάπερ φερομένης βιαίας πνοής’’ (εκδ. Καστανιώτη), που είναι εξ΄ ολοκλήρου αφιερωμένο στον κυρ-Γιάννη, και συγκεκριμένα στον πρόλογο του που έχει σαν τίτλο, ‘’Ένα ελεύθερο πνεύμα’’ και που είναι γραμμένος απ΄ τη σπουδαία Άννα Συνοδινού (είχε πολύ στενή σχέση με τον Τσαρούχη). Στο αποκαλυπτικό αυτό κειμενάκι, ιδιαίτερα στον επίλογο του, η Άννα Συνοδινού αποκαλύπτει κάτι για το κυρ-Γιάννη –το οποίο οι πιο πολλοί από μας δεν γνωρίζουμε- απ΄ το οποίο φαίνεται η πολύ, πολύ στενή σχέση του με το Άγιο Όρος. Δέστε λοιπόν τι γράφει :

          ‘’Ο Τσαρούχης είχε μυστηριακή ζωή. Στο Άγιον Όρος είχε ετοιμάσει τη μοναστική του κατοικία στο κελί του Αγίου Νικολάου του Χαλκιά, που ανήκει στην Ιερά Μονή του Κουτλουμουσίου. Λίγο έζησε εκεί. Η τρομερή ασθένειά του δεν του επέτρεψε να ζήσει σ΄ αυτό το χώρο ως το τέλος του. Ήταν υποτακτικός του γέροντα Κύριλλου. Μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσοκομείο των Αθηνών ‘’Ευαγγελισμός’’. Υπέφερε.  Ζ ή τ η σ ε  ν α   κ α ρ ε ί    μ ο ν α χ ό ς.   Ήλθε ο γέροντας. Δεν πρόλαβε. Όμως, κατά την τάξη του Αγίου Όρους, εφόσον ο Γιάννης Τσαρούχης ζήτησε κουρά από Αγιορείτη και ανάμενε τη στιγμή αυτή στις τελευταίες ώρες της επίγειας ζωής του, είναι ωσάν να έχει ενταχθεί στη μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους.  Ή τ α ν  ή δ η   μ ο ν α χ ό ς, έστω και αν δεν είχε συντελεστεί το τυπικόν, αφού, σύμφωνα με την εσωτερική του διάθεση, τέθηκε στα χέρια του Χριστού. Και αναπαύεται εκεί.’’

      ‘’Ή τ α ν   ή δ η   μ ο ν α χ ό ς’’ !!!  
Σκάνδαλο, ύβρις, θα ανακράξουν όλοι οι ‘’Θεοφοβούμενοι’’ ευσεβιστές της Ορθοδοξίας. Όλοι αυτοί οι κρίνοντες πολύ πιο πριν απ΄ την Κρίση του Μεγάλου Κριτή, όλοι αυτοί που χρόνια τώρα έχουν προκαθορισμένη την Αγάπη Του, όλοι αυτοί οι ‘’Μεγάλοι Ιεροεξεταστές’’ της Ορθοδοξίας. ‘’Είναι δυνατόν’’, λοιπόν θα πούνε, ‘’αυτός που όλη του η ζωγραφική ήτανε το γυμνό σώμα να είναι μοναχός !’’, …όλοι αυτοί, μη γελιόμαστε, που μίσησαν και μισούν ουσιαστικά το ανθρώπινο σώμα, το ‘’Καλόν λίαν’’ καμωμένο απ΄ το Θεό. Έγραψε ένα πολύ όμορφο, γλαφυρό κειμενάκι ο Ματθαίος Μουντές για τον κυρ-Γιάννη, που πολύ αγαπώ και που έχει πολλές αναφορές πάνω σ΄ αυτό που μόλις μια-δυο σειρές πριν έθιξα. Παρακάτω, σαν επίλογο, παραθέτω κάποιες απ΄ αυτές :

19 Σεπτεμβρίου 2025

ΜΝΗΜΗ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΤΟΥ ΦΩΤΕΙΝΟΥ ΑΙΒΑΛΙΩΤΗ

ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΑΤΕΛΗΣ ΨΗΦΗΔΩΣΙΣ

του Γιάννη Πεγειώτη

Ο Φώτης Κόντογλου, ο κυρ Φώτης ο των Κυδωνιών, εισέβαλε με έναν άλλον τρόπον εις την Ελλάδα των ετών του είκοσι.
Γεννηθείς το έτος 1895 μήνα Νοέμβριο από πατερά ναυτικό τον Νικολά Αποστολέλλη και μητέρα τη Δέσπω Κόντογλου από γενια ιερατικη του Αϊβαλιού. Πατρίς του η πλέον πρωτινή πολιτεία της Ελληνικής Ανατολής με ρίζες βαθιές ώς τις Αρχαίες Κυδωνιές.
Παιδί και νέος στην Ανατολή μαζί με τα αδέρφια του τελείωσαν το Σχολαρχείο και το ονομαστό Γυμνάσιο των Κυδωνιών.
Με την άφιξη στην Αθηνά το έτος 1913 με την ταυτόχρονα εγγραφή στην Γ Τάξη της Σχολής Καλών τεχνών μια πορεία αναζητησης και επιβίωσης ξεκινά για το χαρισματικο παιδί από το Αϊβαλί.
Εκείνην την εποχή δεν είχαν καν υποπτευθεί οι νέοι και οι νέες του Αϊβαλιού τι περίμενε την πόλη το έτος 1922 που προσέγγιζε. Ο Κόντογλου ζώντας στην Ευρώπη. Επιβιώνοντας με δυσκολίες μεγάλες. Προχωρεί σταδιακά σε ένα ισχυρό φρόνημα και χαρακτήρα που δεν μπορείς να τον νταγιαντίσεις με ψευδαισθήσεις.
Ο βιογράφος του Π. Ριζόπουλος περιγραφεί τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει με την έλευση του 1914 “Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Α´ Παγκοσμίου Πολέμου ἡ οἰκογένειά του ἀναγκάζεται νὰ τοῦ διακόψει τὸ ἐπίδομα σπουδῶν καὶ μαζὶ μὲ τὸ συμμαθητή του Σπύρο Παπαλουκᾶ, ἐργάζονται σὲ φωτογραφεῖα καὶ βάφουν θεατρικὰ σκηνικά. Μὲ τὴν καταστροφὴ τοῦ Ἀϊβαλίου (1914–1917) χάνει τὴ μητέρα καὶ τὸ θεῖο του, διακόπτει τὶς σπουδές του καὶ μεταβαίνει στὴν Εὐρώπη ὅπου ἐργάζεται ὡς ἀνθρακωρύχος. Παραμένει στὸ Παρίσι καὶ συνεργάζεται μὲ τὴν ἐφημερίδα «Illustration». Τὸ 1919 ἐπιστρέφει στὸ Ἀϊβαλὶ ὅπου διδάσκει γαλλικὰ στὸ Παρθεναγωγεῖο τῆς πόλης.”
Βιωνοντας τραγικά τον πρώτον διωγμον δεν εμπιστεύεται τους Τούρκους στο δεύτερο διωγμό. Φεύγει από το Αϊβαλί με τους επιζώντες συγγενείς του πριν μπουν οι ΤΟΥΡΚΟΙ και οδηγήσουν τον ανθό της νιότης στα τάγματα εργασίας. Τρεις χιλιάδες νέους άντρες από τους οποίους θα επιζήσουν είκοσι τρεις. Αναμεσά τους και. ο Ηλίας Βενεζης.

ΣΥΝΑΦΟΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Οι βιογράφοι του μεγάλου Αϊβαλιώτη προσπερνούν βιαστικά την δεύτερη μεγαλύτερη του ορφάνια. Στον πρώτο διωγμό δεν χάνει μόνον τα στηρίγματα για τις σπουδές του από την παραγωγή της οικογενειακής γης. Στους διωγμούς από το δεκατέσσερα ως το δεκαεφτά χάνει την πολυαγαπημένη μητέρα και τον δεύτερο πατερά και ευεργέτη του, τον θείον του Στέφανόν Κόντογλου τον μυθικόν ηγούμενον της Αγίας Παρασκευής. Διακοπή των σπουδών, ορφάνια, ταξίδια και βιοπορισμός…Εις τας αρχάς της νεότητος…

Επιστρέψει στο Αϊβαλί, εργάζεται ως καθηγητής αλλά και πάλιν νέα ανατροπή του βίου. Προσφυγιά ξανά με τη τραγική στιγμή της σφαγής της πολιτείας του…

13 Αυγούστου 2025

Τρεις κριτικές στον Φώτη Κόντογλου

από Μάριος Νοβακόπουλος

-10 Αυγούστου 2025

Άγριο πράγμα η κριτική. Απαραίτητο βέβαια, καθώς κάθε γεγονός του πνεύματος πρέπει να αξιολογείται, να συναντά τις εμπειρίες και τις γνώσεις των άλλων ανθρώπων και να αναμετράται με αυτές. Όμως πολύ συχνά παίρνει πολεμική μορφή, γεννά πάθη, οργίλες απαντήσεις και ανταπαντήσεις. 

Κάποτε η απόρριψη είναι προαποφασισμένη, και ο κρίνων αναζητά εκ των υστέρων να την δικαιολογήσει. Ο δε συμπαθών την υπό κρίση ιδέα ή τον δημιουργό της, μπορεί να μην θέλει να φανεί αρνητικός ή να δώσει βάση σε κάποια λεπτομέρεια που μπορεί να μην του άρεσε. Έτσι έχουμε αντί κριτικής, πανηγυρικούς λόγους. Μία φιλική κριτική λοιπόν, από κάποιον που γενικώς εκτιμά και συμφωνεί με το(ν) κρινόμενο αλλά θέλει να εκφράσει αντιρρήσεις, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Η καλή της πίστη και διάθεση είναι αφ’ ενός δεδομένη, όπως και η σύμπνοια με τον τρόπο σκέψης του κρινομένου. Αυτή η εξοικείωση, αφ’ ετέρου, βοηθά να εντοπίζει κενά και πιθανές αστοχίες, που θα παρέβλεπαν όσοι έμειναν στον έπαινο.

Στο κείμενο αυτό θα συναντήσουμε έναν ζωγράφο και λογοτέχνη, να κρίνεται από τρεις φιλοσόφους. Από τη μία, ο Φώτης Κόντογλου ο Κυδωνιεύς, συναρπαστική μορφή της γενιάς του ’30, ανανεωτής του νεοελληνικού πολιτισμού με πλούσιο έργο και συγχρόνως πύρινος υπερασπιστής της εκκλησιαστικής και λαϊκής παράδοσης απέναντι σε οθνείους νεωτερισμούς. Από την άλλη, ο λυρικός φιλόσοφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής φιλοσοφίας Χρήστος Μαλεβίτσης· ο Χρήστος Γιανναράς, από τους πλέον επιδραστικούς φιλοσόφους και θεολόγους της Μεταπολίτευσης· και ο πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος, σημαίνων εκπρόσωπος της ορθόδοξης φιλοσοφίας στις ημέρες μας. Και οι τρεις τρέφουν μεγάλο θαυμασμό και σεβασμό για τον Φώτη Κόντογλου. Η κριτική τους, παρότι μοναδική για τον καθένα τους, ακολουθεί μία κοινή γραμμή:

24 Ιουλίου 2025

Η ΛΑΙΛΑΠΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ 

 «Στὸν καιρό μας βγῆκανε πολλὲς νέες θρησκεῖες. Μία ἀπ’ αὐτὲς εἶναι κι ὁ τουρισμός, ποὺ τὸν γέννησε ἡ κούφια καὶ χασομέρικη περιέργεια τοῦ ἀνθρώπου ποὺ θέλει νὰ σκαλίζει καὶ νὰ μαθαίνει χωρὶς νὰ δίνει καμμιὰ σημασία σ' ἐκεῖνο πού βλέπει κι ἀκούει. Οἱ περισσότεροι τουρίστες βαριοῦνται τὴ ζωή τους καὶ θέλουνε νὰ περάσουνε τὴν ὥρα τους, χωρὶς νὰ σκοτίζονται μήτε γιὰ τὰ μνημεῖα, μήτε γιὰ τὰ ἱστορικὰ ποὺ τοὺς λένε οἱ ξεναγοί, ποὺ μοιάζουνε σὰν νὰ περιποιοῦνται σ' ἕνα τραπέζι κάποιους ἀνθρώπους ποὺ ἔχουνε ἀνορεξία. Ὅσα λένε, ἀπὸ τὄνα τ' αὐτί τους μπαίνουν κι ἀπὸ τ' ἄλλο βγαίνουν.
 
Καὶ δὲν ἔφταξε τὸ ὅτι ὁ τουρισμὸς γέμισε τὰ μουσεῖα ἀπὸ ἕνα πλῆθος ἀπὸ ἀνθρώπους κάθε φυλῆς, ποὺ χαζεύουνε μ' ἕνα φυλλάδιο στὸ χέρι καὶ μὲ μία φωτογραφικὴ μηχανὴ κρεμασμένη στὸν ὦμο τους, δὲν ἔφταξε τὸ ὅτι κάθε ἐρημικὸ βουνὸ ποὺ ἔχει ἀπάνω του δυὸ κατατσακισμένες κολόνες εἴτε ἕνα σκαλιστὸ μάρμαρο, πατήθηκε, δὲν ἔφταξε τὸ ὅτι δὲν ἀπόμεινε κανένα μυστήριο τοῦ ἀρχαίου κόσμου κρυμμένο, μήτε τάφος ποὺ νὰ μὴν ἀνοίχθηκε γιὰ νὰ κοιτάξουνε μέσα οἱ νυσταγμένοι περιηγητές, ἀλλὰ μπαίνουνε καὶ μέσα στὶς ἐκκλησιὲς καὶ στὰ ρημοκλήσια, ποὺ τὰ προσκυνᾶ ὁ λαός μας, καὶ στέκουνται δίχως νὰ κάνουνε τὸν σταυρό τους, μὲ τὰ χέρια πίσω, ἀδιάφοροι οἱ δυστυχεῖς κι ἀνύποπτοι γιὰ τὸ ποῦ πατᾶνε καὶ ποῦ βρίσκονται. 

Ὁ τουρισμὸς τὰ ἐξουσίασε ὅλα. Μπροστὰ στὴν ἀφεντιά του ἀνοίξανε ὅλες οἱ πόρτες γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχτοῦνε, καστρόπορτες ἄπαρτες ἀπὸ πολέμαρχους, μοναστηρόπορτες χιλιαμπαρωμένες, κελλιὰ καὶ σπηλιὲς καὶ ἐρημητήρια ποὺ ζήσανε κρυμμένοι κάποιοι ἁγιασμένοι άνθρωποι…» 


ΥΓ: Ὁ τίτλος τῆς ἀνάρτησης εἶναι δικός μας.

ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/100044271744004/posts/pfbid0365GLBDzrorPYj2enBEeH8YXhVKVcVRmgQyXs7kRL8MMWXUTE9EJJrj7oNWZ4aSYDl/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

14 Ιουλίου 2025

« Φώτης Κόντογλου Κυδωνιεύς »!



Ο Φώτης Κόντογλου έφυγε από τη ζωή στις 13 Ιουλίου 1965. Ετάφη σε ένα κομμάτι γης, χωρίς μάρμαρα και μνημεία, παρά με έναν ξύλινο σταυρό ακουμπισμένο στη μάντρα κι απάνω έγραφε: « Φώτης Κόντογλου Κυδωνιεύς »! 

₊˚🕯️✞ Στη μνήμη του Φώτη Κόντογλου 

ΕΔΩ (αφιέρωμα video) ► https://www.sophia-ntrekou.gr/2020/07/ert-paraskinio-mnimi-kontoglou.html


🎨Στη φωτογραφία ο Φώτης Κόντογλου όπως τον φιλοτέχνησε ο σκιτσογράφος Soloup στο graphic novel «Αϊβαλί» Εκδόσεις Κέδρος, 2014.

Η καταγωγή του Φώτη Κόντογλου από την ιστορική Αρκαδιά


Του Θόδωρου Μπρεδήμα - 14/10/2014

Μετά την γενικότερη αναφορά μου στο όλον θέμα και μετά την διαπίστωση ότι και ο κατά πάντα σεβαστός Καθηγητής κ. Ζίας δεν είχε ασχοληθεί με την καταγωγή του Φώτη Κόντογλου και όντας υποψιασμένος από τον αείμνηστο Διονύση Πίτταρα ασχολήθηκα περαιτέρω.

Παρεμπιπτόντως θα αναφέρω ότι στη Μεσσηνία και συγκεκριμένα στον Ιερό Ναό του Μετοχίου του Αγίου Όρους, στη Μικρομάνη, το ξύλινο τέμπλο είναι πιστό του τέμπλου που είχε φιλοτεχνήσει ο Κόντογλου στο Ι. Ναό Αγίων Αναργύρων της Πάρνηθας Αττικής.
Επίσης ερευνάται από φιλότεχνο γλύπτη η ανεύρεση πίνακα ζωγραφικής του Κόντογλου με θέμα την Καλαμάτα. Θα είμαστε ευτυχείς να κοσμήσει τη Δημοτική Πινακοθήκη Καλαμάτας.

Συνεπώς το κύριο θέμα της αποψινής ομιλίας μου είναι να τεκμηριωθεί η καταγωγή του από την ιστορική Αρκαδιά, τη σημερινή Κυπαρισσία,  σε συνδυασμό με το μεγάλο ζωγραφικό- αγιογραφι­κό και λογοτεχνικό έργο του Φώτη Κόντογλου. Με το πρώτο αποθανατίζει την «εθνική τέχνη» και το δεύτερο την περίφημη αγιογραφική-παραδοσιακή βυζαντινή τεχνοτροπία του. 

Το λογοτεχνικό του έργο «Η πονε­μένη Ρωμιοσύνη» και κυρίως η αναφορά του στο δημοτικό μας τραγούδι «Τα έμορφα τραγού­δια μας» τον κατατάσσει στη χο­ρεία των μεγάλων διανοητών και αντανακλά «ένα αισθητικό και ηθικό όραμα θεμελιωμένο στην ελληνοκεντρική παράδοση» όπως πρόσφατα γράφτηκε.

Εισερχόμενος στο κύριο θέμα της ομιλίας μου επισημαίνω, αρχικά, την   επισταμένη ιστορική έ­ρευνα, μελέτη και ανακοίνωση δύο ανεκδότων εγγράφων, από τον ιστοριοδίφη Σωτήρη Ν. Αθανασιάδη που αξιολογήθη­καν από τον αλησμόνητο έγκριτο συγγρα­φέα και πολύ αγαπητό μου φίλο και τότε Διευθυντή της «Τριφυλιακής Εστίας» Διονύση Πιτταρά και αξιοποιήθηκαν από τον επίσης αλησμόνητο ιστορικό μελετητή Ι. Μ. Χατζηφώτη, έγιναν αιτία να αποκα­λυφθεί και να τεκμηριωθεί με αδιάσειστα στοιχεία,., η αρκαδινή καταγωγή του μεγάλου Κόντο­γλου.

15 Ιουνίου 2025

Κυριακή των Βαΐων: Ευλογημένος ο Ερχόμενος (Φώτης Κόντογλου)



Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ’ ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».

Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ’ οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ’ ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.

Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ’ αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ’ ένα θρονί πλου­μισμένο μ’ ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν’ ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.

03 Ιουνίου 2025

Οι τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου στο Δημαρχείο Αθηνών





Από την ιστοσελίδα cognoscoteam.gr

Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, μυθικοί ήρωες και στρατηγοί, μαζί με Βυζαντινούς βασιλείς και ήρωες του 1821, στους τοίχους του Δημαρχείου Αθηνών.

Έργο του Φώτη Κόντογλου, σε μια μοναδική συνάντηση του Βυζαντινού ύφους με την αρχαία θεματολογία. Ένα θαυμάσιο και πρωτότυπο καλλιτεχνικό έργο, ύμνος στην διαχρονία της ελληνικής φυλής και του οικουμενικού ελληνικού πολιτισμού.

Όλες οι εικόνες ελήφθησαν ως screenshots από βίντεο ξενάγησης του Δήμου.





Οι Αρκάδες οικοδομούν την Λυκόσουρα, την πρώτη πόλη του κόσμου. Στα αριστερά η Αταλάντη στην φωλιά της αρκούδας.

Ο Ικάριος μοιράζεται το μυστικό της αμπέλου. Στα δεξιά, η αλίευση της ωμοπλάτης του Πέλοπος.

Ο θάνατος του Ξούθου, γενάρχη των Ιώνων.

28 Μαΐου 2025

Φώτης Κόντογλου - Τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης



«Κωνσταντίνος ο Αυτοκράτωρ των Ελληνορωμαίων εξέρχεται Άτρομος εις την μάχην το 1453 Μαίου 29».
 Έργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

Φώτης Κόντογλου - Τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης

Πρόλογος, πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ


 «Ἡ Ρωμανία κι᾿ ἂν ἐπέρασεν ἀνθεῖ καὶ φέρνει κι᾿ ἄλλο».

Ἡ πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης


Σὰν σήμερα πάρθηκε ἡ Πόλη ἀπ᾿ τὸν σουλτὰν Μεμέτη στὸ 1453, μέρα Τρίτη, βγαίνοντας ὁ ἥλιος.

Μιὰ τέτοια ἱστορία δὲ μπορεῖ νὰ τὴ γράψῃ ἄξια κανένας· δὲν πιστεύω νὰ βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης. Κανένας, ἂς ἤτανε κι ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος, ποὺ τραγούδησε μὲ λόγια σὰν κοτρώνια τὸν φημισμένον ἐκεῖνο πόλεμο τῆς Τρωάδας.

Κείνη τὴ μέρα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ λογαριαστῇ μηδὲ στὶς μέρες τῶν χρονῶν, μηδὲ στὶς μέρες τῶν μηνῶν, παρὰ νὰ τὴ σκεπάσῃ σκοτάδι, ὅπως λέγει ὁ Ἰὼβ γιὰ τὴ μέρα ποὺ γεννήθηκε, ὁ φόβος ποὔπιασε τοὺς ἀνθρώπους ἤτανε τέτοιος, ποὺ τρεῖς καὶ τέσσερες γενιὲς δὲ φτάξανε γιὰ νὰ συνεφέρουνε.

 Ἀκόμα καὶ σήμερα, σὰ διαβάζει κανένας ὅσα γράψανε οἱ ἱστορικοὶ ἐκεινοῦ τοῦ καιροῦ, εἶνε στιγμὲς ποὺ τρέμει στ᾿ ἀλήθεια, σὰ νὰ βρίσκεται ὁ ἴδιος μέσα στὴν Πόλη, κι᾿ ὥρα μὲ τὴν ὥρα περιμένει νὰ δῇ τοὺς Τούρκους νὰ σφάξουνε τὸν κόσμο μπροστὰ στὰ μάτια του...

....Οἱ Τοῦρκοι ἤτανε ὡς τετρακόσιες χιλιάδες· ἀπ᾿ αὐτοὺς οἱ ἑκατὸ ἤτανε καβαλλαραῖοι. Οἱ Χριστιανοί, ποὺ σηκώνανε ἅρματα, μαζευόντανε ὅλοι ὅλοι ἑφτὰ χιλιάδες, Ἕλληνες, Βενετσάνοι καὶ Γενοβέζοι.

Ἡ πολιορκία ἄρχισε στὶς 5 Ἀπριλίου. Ὁ σουλτάνος ἔστησε τὴν τέντα του κοντὰ στὴν Καστρόπορτα Καλιγαρία καὶ κούρντισε ἀπάνω της τὸ μεγάλο κανόνι τοῦ Οὐρμπάν. Ὑστερώτερα ὅμως τὸ κουβάλησε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Ῥωμανοῦ. Γιὰ νὰ τὸ γιομίσουνε χρειαζόντανε δυὸ ὧρες σωστές, καὶ γιὰ τοῦτο βαροῦσε μονάχα ἑφτὰ φορὲς τὴ μέρα. Σαράντα ζευγάρια βόδια τὸ τραβούσανε, γιὰ νὰ τὸ φέρουνε ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη, καὶ γιὰ νὰ περάσουνε δυὸ μερῶν δρόμο κάνανε δυὸ μῆνες. Τετρακόσοι γενιτσάροι τὸ βαστούσανε γιὰ νὰ μὴ γύρῃ, διακόσοι ἀπὸ κάθε μεριά. ...

.....Οἱ δυστυχισμένοι οἱ Χριστιανοὶ πήρανε λιγάκι ἀπάνω τους, ποὖχε κόψει τὸ αἷμα τους. Μέρα νύχτα ἀκούγανε κεῖνο τ᾿ ἄγριο τ᾿ ἀνθρωπομάζωμα νὰ οὐρλιάζῃ κάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ τειχιά. Καὶ τοῦτα δὰ ἤτανε τόσο σαραβαλιασμένα, ποὺ πολλὲς φορὲς γκρεμνιζόντανε μονάχα ἀπὸ τὸ βρόντο τοῦ κανονιοῦ. 

Νύχτες ὁλάκερες δὲ σφαλίξανε μάτι. Ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιὰ ὡς τοὺς γέρους ὅλοι δουλεύανε, κουβαλούσανε χώματα καὶ πέτρες. Κ᾿ οἱ καλογέροι εἴχανε ζωσθῆ τ᾿ ἅρματα καὶ βαστούσανε ἕνα κομμάτι τοῦ κάστρου.

 Στὴν πόρτα τοῦ Ῥωμανοῦ ἔστεκε ὁ βασιληᾶς, ἔχοντας κοντά του τὸ γενοβέζο Γιουστινιάνη, τὸν ἀρχιστράτηγο, καὶ τὸν δὸν Φραγκίσκο ἀπ᾿ τὸ Τολέδο, μαζὶ μὲ πεντακόσους διαλεχτοὺς γενοβέζους.

08 Μαρτίου 2025

Ήρθε η άνοιξη!


Φώτης Κόντογλου


Πότε πρόφτασε η άνοιξη και στόλισε τη γη σαν νύφη!
 Παντού πρασινάδα και δροσιά. Εκεί που ήτανε ξέρακας, βλέπεις χλωρασιά, εκεί που έβλεπες χώματα ξεροκαμένα από το βοριά, τώρα βρίσκεις ένα χαλί με χίλια χρώματα κεντημένο. Τα άγρια βράχια πλουμισμένα σαν από το χέρι κανενός ζωγράφου.

 Όλη η πλάση χαίρεται. Το κάθε ζωντανό πλάσμα ζωντανεύει πιο πολύ, κι όσα δε ζούσανε έρχονται στη ζωή. Πουλιά κελαηδούνε, πεταλούδια και χρυσοβασιλιάδες και λογιών λογιών μαμούδια πετάνε, είτε περπατάνε στο χώμα. Τα χελιδόνια ήρθανε από τα ζεστά μέρη και χτίζουνε βιαστικά τις φωλιές τους. Τα λελέκια στέκονται απάνου στους κουμπέδες της εκκλησίας με το 'να ποδάρι και χτυπάνε τη μύτη τους.

Η θάλασσα ημερεύει και καλεί τους ανθρώπους να τους δροσίσει. Βαρκάκια, μικροκάικα, που ήταν τραβηγμένα στη στεριά το χειμώνα κι ήτανε τα μαδέρια τους ξεροσκασμένα, τώρα ξετρυπώνουνε από τα λιμάνια και πιάνουνε τ΄ ανοιχτά. 

25 Ιανουαρίου 2025

Φώτης Κόντογλου: Ο αγιογράφος καπετάνιος (Ηχητικό)


Φώτης Κόντογλου: Ο αγιογράφος καπετάνιος

Αφήγηση: Κώστας Καστανάς

Στην σειρά ο Κώστας Καστανάς διαβάζει:
ο "καπετάνιος αγιογράφος" του ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ είναι μια γοητευτική ιστορία που περιγράφει ένα τάμα και τις συναρπαστικές συνέπειες του για τον ένθεο καπετάνιο.
Οι αναγνώσεις μου αυτές είναι επιλογή από κείμενα που μου έκαναν ιδιαίτερη ευχαρίστηση και ελπίζω και σε σας...

05 Ιανουαρίου 2025

Τα Φώτα στ' Αϊβαλί (Φώτης Κόντογλου)

(από το βιβλίο «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου»)

Στά θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ' από τη Λειτουργία των Θεοφανίων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ' ή;τανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.



Ξεκινούσε η συνοδεία από τη μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ' ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουρ­γία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορ­τή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε και κείνοι κάμποσοι κ' οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελ­ληνικά, κι όχι σαν σήμερα πού τρελλαθήκαμε και κάναμε την ψαλ­μωδία μας σαν ανάλατα και ξενικά θεατρικά τραγούδια. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.

Σαν φτάνανε στ' Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή σάγια εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό. Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου εύρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια πού ήτανε ένα γύρο γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια. Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκότανε ο δεσπότης. Έτσι που ήτανε παραταγμένα τα καΐ­κια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο και κείνα. Αλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό, κ' ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προ πάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.

Σ' αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο, και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στε­ριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα - δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Αυτοί που στεκόντανε ορθοί στην πλώρη, ήτανε ολόγυμνοι, εξόν ένα άσπρο βρακί που φορούσανε σαν πεστιμάλι. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ' αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριχμένες στις πλάτες τις γούνες τους, για να μην παγώσουνε. Ένα - δυο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου - κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα 'ριχνε τον Σταυρό ο δεσπότης.

Ανάμεσα στους γυμνούς ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατης ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας, Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβό - Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου. Ο Γιωργάρας ήτανε μιαν ανθρωπάρα θηρίο, σαν Κουταλιανός, με μουστάκια μαύρα, μ' έναν λαιμό σαν βαρέλι. Είχε δεμένο στο κεφάλι του ένα μαντίλι κ' ήτα­νε ίδιος κουρσάρος. Ακουμπούσε απάνω σ' ένα κοντάρι, λες κ' ήτανε ο Ποσειδώνας ζωντανός. Ο Δημητρός ο Μπούμπας ήτανε ένα άλλο θεριόψαρο, χοντρός και κοντόφαρδος, μαυριδερός σαν Σαρακηνός, και καθότανε ανεκούρκουδος, σκεπασμένος με τη γούνα του, με το μάτι του καρφωμένο στον δεσπότη. Ο Πατσός ο Αράπης, ο λεγόμενος παλαβό - Παρασκευάς, είχε γένεια κατσαρά και κόκκινα και το πετσί του ήτανε από φυσικό του κόκκινο. Στο κορμί ήτανε αντρειωμένος και σβέλτος σαν τζαμπάζης και δεν χαμπάριζε ολότελα από κρύο. Στο σουλούπι ήτανε ίδιος Ρούσος. Αυτός ήτανε ανεβασμένος απάνω στα ξάρτια σε μια μπρατσέρα φουνταρισμένη, και στεκότανε δίχως να σαλέψει, σαν τ' άγαλμα. Μυστήριο πως δεν πάγωνε! O Πέτρος ο Κλόκας ήτανε ο μονάχος που δε φορούσε βρακιά. Αυτός ήτανε ευρωπαϊσμένος, φορούσε στενό πανταλόνι και ναυτικό σκουφί. Στο κορμί ήτανε λιγνός και μάγκας στο σχέδιο. Τα χέρια του τα 'χε μπλεγμένα μπροστά στο στήθος του και σουλατσάριζε απάνω στη βάρκα, ολοένα μιλούσε κ' έκανε και κάμποσα θεατρικά.

Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα, κι ακουγότανε από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κ' οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να 'ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος πού θα 'πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε. Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο δεσπότης, κ' έλεγε: «Γιόλ βέριν εφεντιά!» - δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στον αφέντη!» Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κ' οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε». Στο τέλος το 'ψελνε κι ο δεσπότης κ' έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα. Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το 'να τ' άλλο. Οι πλώ­ρες χτυπούσαμε η μια την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευόντανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κ' η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ' αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν' ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γλήγορα πριν να το δεις.

Αξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένεια κ' ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβό - Παρασκευάς. Με δυο - τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κ' έδωσε τον Σταυρό. Ο δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κ' υστέρα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά. Ο Παρασκευάς θεόγυμνος, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κ' έρριχνε ο κάθε ένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες ολόγυμνος και βρεμένος, με παγωμένο βρακί, μήτε κρύωνε, μήτε κάνε τους ώμους του δεν ανεσήκωνε. Όπως ήτανε κοκκινογένης αστακόχρωμος, έλεγε κανένας πως ήτανε ο Σκύθης Ανάχαρσις, που γύριζε τον χειμώνα γυμνός μέσα στην Αθήνα τα παλιά τα χρόνια, κ' οι Αθηναίοι τον ρωτούσανε γιατί δεν κρυώνει, κι αυτός αποκρινότανε πως όλο το κορμί του είναι σαν το κούτελο, που δεν κρυώνει ποτές.

Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια, που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.

(από το βιβλίο «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου»)

15 Δεκεμβρίου 2024

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


Το  Musée du Louvre (Μουσείο του Λούβρου) θα εγκαινιάσει το 2027 μια νέα πτέρυγα έκτασης 30.000 τ.μ. αφιερωμένη αποκλειστικά στην Βυζαντινή Τέχνη. Σε μια τέχνη δηλαδή, που αναγνωρίζεται σήμερα από όλους, τόσο από την Ανατολή όσο και  κυρίως από τη Δύση, σαν μια από τις σημαντικότερες σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκτός ίσως από εμάς, παρ’ όλο που θα έπρεπε να είμαστε οι πρώτοι και οι πιο περήφανοι, μιας κι η τέχνη αυτή - ή αν θέλετε και αυτή η τέχνη – ξεκίνησε από εμάς και είναι η ζωντανή μας παράδοση. 

Να μην ξεχνάμε βέβαια, ότι στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν η τέχνη αυτή εθεωρείτο παρακατιανή, κι αν πει κανείς για την Ελλάδα ακόμα χειρότερα, ιδίως σε ότι αφορά το θρησκευτικό της κομμάτι, που είναι και το κυριώτερο. Η ελληνορθόδοξη βυζαντινή αγιογραφία και υμνολογία ήταν για εμάς παρωχημένη και οπισθοδρομική, σε αντίθεση με εκείνη  της Δύσης, που ήταν το "απαύγασμα της τέχνης" γι’ αυτό και όλοι μας τρέχαμε να την μιμηθούμε, πετώντας με μεγάλη ευκολία στα σκουπίδια  την παράδοσή μας, που σήμερα θεωρείται πολιτιστικός και καλλιτεχνικός θησαυρός. Και δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό εξακολουθούμε να το κάνουμε ακόμα και πρέπει να έρθουν οι ξένοι, οι Γάλλοι και το Λούβρο, για να μας θυμίσουν τι έχουμε στα χέρια μας και το περιφρονούμε.  

Ο μακαρίτης ο παππούς μου ο Κόντογλου ήταν από τους ελάχιστους – για να μην πω ότι πολλές φορές ήταν κι ο μόνος – που τα είπε όλα αυτά, σε «χρόνο ανύποπτο» ή μάλλον «πολύ ύποπτο», τότε που χρειαζόταν μεγάλο θάρρος και πολύ τσαγανό για να βγεις και να μιλήσεις για το «υπερέχον της ημετέρας βυζαντινής τέχνης». Το είχε όμως αυτό το τσαγανό, που του το έδινε η Πίστη, κι έτσι υπερασπίστηκε αυτόν το θησαυρό, όχι από φιλοδοξία ή κενοδοξία, πως εκείνος ήταν πιο έξυπνος από τους άλλους,  αλλά επειδή ένιωθε πάντα, ότι η τέχνη αυτή έχει μέσα της αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «το τιμιώτατον» κι αυτό ήταν που την ξεχώριζε από όλες τις άλλες. Και ακόμη επειδή ένιωθε πως η τέχνη αυτή μιλάει πιο βαθιά από κάθε άλλη στην ψυχή του ελληνικού λαού.

26 Οκτωβρίου 2024

Πόση αναταραχή στον κόσμο! Πόσος θάνατος και θλίψη. Μακάρι αυτός ο μήνας να φέρει καλύτερες ειδήσεις.



Από άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. 

Η ανθρώπινη δικαιοσύνη


Πολλές φορές συλλογίζουμαι τι είναι η ανθρώπινη δικαιοσύνη. Πόσοι άνθρωποι είναι εντάξει μ’ αυτή τη δικαιοσύνη, ενώ είναι κακοί και μοχθηροί και μισούν τον αδελφό τους και τον φθονούν και θέλουν το κακό του και πικραίνονται όποτε ακούσουν να λένε καλόν λόγο γι’ αυτόν. Οι τέτοιοι άνθρωποι προσέχουν να μην παραβούνε τον νόμο κ’ έτσι μπορούν να κάνουν κάθε κακή πράξη, σίγουροι κι’ ασφαλισμένοι.

 Υποκριτές περνούνε για ενάρετοι, από φόβο μην τους πιάσει η δικαιοσύνη ενώ μέσα τους είναι σκληροί, άσπλαχνοι.

Πόσοι πάλι, που δεν έχουνε αυτή τη σατανική φρονιμάδα, αλλά παραφέρονται από την ειλικρινή καρδιά τους, κάνουνε κάποια πράγματα απαγορευμένα από τον νόμο, που δεν τον κρατάνε από φόβο, όπως οι πρώτοι, που είπαμε, μα η ψυχή τους είναι καλή και θέλει να κάνει όλο το καλό!

15 Αυγούστου 2024

Φώτης Κόντογλου – Παναγία, Mήτηρ Θεού




Στη θρησκευτική γλώσσα, τον θάνατο των αγίων δεν τον λένε τελευτή, αλλά τον λένε Κοίμηση, για την μακαριότητα που έχει η λέξη και για δείξουνε πως δεν πεθάνανε αλλά πως κοιμούνται γλυκά, κατά τα λόγια που είπε ο Χριστός στους μαθητάδες του για τον Λάζαρο: 

«Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται» (Ιω. ια΄11), και στους συγγενείς της κόρης του αρχισυναγώγου, που έκλεγε και οδυρότανε: «τί θορυβεῖσθε καὶ κλαίετε; τὸ παιδίον οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει» (Μαρκ. έ 39). Υστερώτερα οι Χριστιανοί λέγανε και για τους πεθαμένους ανθρώπους πως κοιμηθήκανε: « εκοιμήθη ο δούλος του Θεού τάδε».

Για την κοίμηση της Παναγίας δεν γράφει τίποτα το Ευαγγέλιο, γράφει μονάχα για τη Γέννηση της και τον Ευαγγελισμό. 

Τα της Κοιμήσεως τα γνωρίζουμε από την αγία Παράδοση, κατά την οποία την Παναγία την επήρε μετά την Ανάσταση ο απόστολος Ιωάννης, όπως του παράγγειλε ο Χριστός από το σταυρό, και την είχε στο σπίτι του σαν μητέρα, και πως υστερώτερα την είχε μαζί του στην Έφεσο, πράγμα που δεν είναι βέβαιο. Η Παναγία καθότανε μαζί του, ως που τελείωσε τη ζωή της, σε ένα σπίτι κοντά στον κήπο της Γεθσημανής. Αυτό το μέρος το αγαπούσε πολύ ο Χριστός και πήγαινε συχνά εκεί με τους μαθητάδες του. Εκεί πήγε και ύστερα από τον Μυστικό Δείπνο και προσευχήθηκε, τη νύχτα που τον πιάσανε οι Ιουδαίοι. Εκεί λοιπόν καθότανε και η Παναγία και περίμενε να την πάρει ο Γυιός της.

 Και σαν ήλθε ο καιρός, έστειλε ο Χριστός Άγγελο να της πεί πως θα την πάρει από την πρόσκαιρη ζωή στην αιώνια. Σαν το άκουσε η Παναγία αυτό χάρηκε κι ανέβηκε στο Όρος των Ελαιών, απ΄ όπου είχε αναληφθεί ο Κύριος, και έκανε την προσευχή της. Και γυρίζοντας στο σπίτι της, τα ετοίμασε όλα για την ταφή της η ίδια.

01 Ιουλίου 2024

Φώτης Κόντογλου: Θεία κι ασήμαντα πράγματα



«Τις εστίν ο πλούσιος; Ο εν ολίγω αναπαυόμενος»

Εύκολο να το λες. Δύσκολο να το κάνεις. Κι ακόμη δυσκολότερο να το θέλεις και να γυρεύεις εκεί την ευτυχία. «Νυν τα ανήκουστα ηκούσθη»!

Πηγή της ζωής είν’ η αγάπη των ανθρώπων. Κι όχι τα πλούτη και το αφεντηλίκι. Αυτή ήταν η ζωή του Φώτη Κόντογλου.

«Νέα Κοκκινιά- Αρμένικα», μολύβι σε χαρτί, 1939

Του Φώτη Κόντογλου

Από το «Ελληνικόν Ημερολόγιον – Ορίζοντες», 1944. Τόμος Γ’ – Διευθυντής Μάριος Βαϊάγος.

Ανακάλυψα ένα μέρος απόκρυφο που ζούνε άνθρωποι φτυχισμένοι. Βρίσκεται πίσω από τα δέντρα. Από κει πέρα δε φαίνουνται τα μεγάλα και τα ακριβά παλάτια που κάθουνται οι άρχοντες, κείνοι πώ’ χουνε πολλά πλούτη. Τούτοι είναι όλοι φτωχοί κι έρχουνται εδώ κάθε καλοκαίρι για να ξεκουραστούνε, να δούνε κι αυτοί του Θεού την ευλογία. Τα σπίτια τους είναι μικρά, το’ να κοντά στ’ άλλο, σαν τα μελισσοκόφινα που ‘ναι μαζεμένα στ’ απάγκειο, κάτω απ’ το βουνό. Αυτό το σπιτομάζωμα είναι κρυμμένο μέσα στα δέντρα και το χωρίζει απ’ τον άλλον κόσμο ένα ξεροπόταμο, στενό και βαθύ.

Φώτης Κόντογλου. «Γυναίκες της Καππαδοκίας», μολύβι και μελάνι σε χαρτί, 1935.

Φώτης Κόντογλου. «Παναγία Γλυκοφιλούσα», αυγοτέμπερα, φορητή εικόνα βρίσκεται σήμερα στην Αμερική.

Τα σπίτια είναι πολύ παράξενα στο σχέδιο γιατί είναι καμωμένα από τους ίδιους τους νοικοκυραίους.

26 Ιουνίου 2024

Το καλλιτεχνικό μανιφέστο του Κόντογλου και μια πρόταση στον Δήμαρχο Αθηναίων

Λ


Γιώργος Μυλωνάς, 

Ιστορικός Τέχνης από το Άρδην τ. 129


Πριν από τρεις δεκαετίες, στην πρώτη σοβαρή ιχνηλάτηση του εγχώριου μοντερνισμού από την Εθνική Πινακοθήκη, η Άννα Καφέτση, νεαρή επιμελήτρια τότε του ιδρύματος, έφερε σε συζήτηση το θέμα στην έκθεση «Μεταμορφώσεις του μοντέρνου, η ελληνική εμπειρία». Το φιλόδοξο εγχείρημα συγκέντρωσε περισσότερους από 100 Έλληνες καλλιτέχνες και 365 έργα. Πουθενά δεν υπήρχε το όνομα του Φώτη Κόντογλου. Δεν ήταν βέβαια ξένος ο δημιουργός στην Καφέτση που γνώριζε τη λεγόμενη γενιά του ’30 από τη διδακτορική της διατριβή. Παρ’ όλα αυτά ούτε στον κατάλογο υπήρχε η παραμικρή νύξη για τη σχέση μοντερνισμού, έστω μοντερνισμού και παράδοσης, με το όνομα του Αϊβαλιώτη.

Για τα προδρομικά νεωτερικά στοιχεία στον Κόντογλου είχαν ήδη μιλήσει από τον Φεβρουάριο του 1979, οι Διονύσης Καψάλης και Γιώργος Χατζημιχάλης: «Αν ο Παρθένης υπήρξε το θεμέλιο του ελληνικού μοντερνισμού, νομίζουμε δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο Κόντογλου υπήρξε (μαζί με τον Παπαλουκά και άλλους) από τους πρωτεργάτες του… γιατί κατόρθωσε, με πρωτοφανή συνέπεια, να συλλάβει και να εκτελέσει ένα σύνολο λογοτεχνικών και ζωγραφικών έργων με καινούργια μέσα και με τη δική τους μυθολογία».

Τους τρεις μεγάλους δασκάλους είχαμε την ευκαιρία να δούμε σε αφιερώματα που πραγματοποίησαν, σχεδόν ταυτόχρονα, μουσεία της Αθήνας στο κλείσιμο του 2022: τον Κωνσταντίνο Παρθένη στην Εθνική Πινακοθήκη, τον Σπύρο Παπαλουκά στο Ίδρυμα Θεοχαράκη και τον κυρ-Φώτη στο Ίδρυμα Γουλανδρή στο Παγκράτι. Ειδικά στον τελευταίο, για πρώτη φορά, επιχειρήθηκε να δειχτεί το κοντογλικό έργο σε συνάφεια με το αισθητικό κίνημα που πυροδότησε, καθιστώντας επίκαιρο το Βυζάντιο στην καρδιά του μοντέρνου. Δίπλα σε έργα του Αϊβαλιώτη βρήκαν θέση όχι μόνο συνθέσεις μαθητών όπως του Τσαρούχη και του Εγγονόπουλου, αλλά και έργα σημερινών καλλιτεχνών. Είχε σημασία δηλαδή να φανεί πώς και σε ποια έκταση η πρόταση του Κόντογλου φθάνει στην εικαστική μας κοινότητα μισό αιώνα και πλέον από τον θάνατό του, η δική του προσφορά στις νεωτερικές αναζητήσεις του τόπου, που όσο κι αν φαίνεται παράδοξο συνεχίζει στις μέρες μας.


Με τον Φώτη Κόντογλου υπάρχει ένα σημείο επαφής με όλες γενιές. Δεν είναι μόνο ότι οργανώθηκε και αποσαφηνίστηκε το ασαφές δέος που ως Έλληνες έχουμε απέναντι στην ανατολική χριστιανική μας κληρονομιά, μαζί με την όποια σύγχυση ταυτότητας μάς ακολουθεί από καταβολής του ελληνικού κράτους. Ειδικά στους νεότερους στα χρόνια καλλιτέχνες, αυτό που ο σπουδαίος δημιουργός παρέδωσε, είναι μία επιπλέον κληρονομιά που έδωσε τη χαρά και την αντοχή –με μία λέξη την έμπνευση– να την έχουν στον νου και την καρδιά ως μία κλίση και, κυρίως, μία κλήση απενοχοποιημένη.

15 Ιουνίου 2024

Ἐνθύμηση Φώτη Κόντογλου


Νεανικό πορτρέτο του Στρατή Δούκα από τον Φώτη Κόντογλου

του Στρατὴ Δούκα από το περιοδικό Αἰολικά Γράμματα, τ. 6, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1971, σσ. 491-496.

Αναδημοσιεύτηκε στο Άρδην τ. 129

Στὰ 1908 ἀποφοιτῶντας ἀπὸ τὸ σχολαρχεῖο τῆς πατρίδας μου, γράφτηκα στὸ γυμνάσιο τῶν Κυδωνιῶν, ὅπου φοίτησα ἀπὸ τὸ 1908 – 1912. Συμμαθητές μου εἶχα τοὺς Γονατάδες, τὸν Χονδρονίκη ἀπὸ τὴν Πέργαμο, τὸν Βαγῆ ἀπὸ τὴ Θάσο, τὸν Γιῶργο τὸν Ψαρᾶ, τὸν Θανάση Γκράβαλη, τὸν Φώτιο Ἀποστολέλλη, (τὸν κατόπι Φωτῆ Κόντογλου) καὶ ἄλλους. Μιὰ ἢ δυὸ τάξεις πιὸ πάνω ἀπὸ μᾶς ἦταν ὁ Γιάννης Ἰμβριώτης, ὅπως φαίνεται ἀνάμεσα στοὺς τελειοφοίτους καὶ τοὺς καθηγητές του στὸ τέλος τῆς δίτομης «ἱστορίας τῶν Κυδωνιῶν» τοῦ Ἴω. Καραμπλιά. Γυμνασιάρχη εἴχαμε τὸν πρῶτο χρόνο τὸν Γ. Σάκκαρη, φιλάσϑενο καὶ ποιητή, μὰ γερὸ φιλόσοφο καὶ πρῶτο ἱστορικὸ τῶν Κυδωνιῶν, τὸ δεύτερο χρόνο τὸν Λαμπρίδη φημισμένο Πινδαριστή, καὶ στὰ δυὸ τελευταῖα χρόνια (1910-1912) τὸν Ἰωάννη Ὀλύμπιο τὸν γνωστὸ συγγραφέα τῆς «Φιλοσοφίας τοῦ Πλάτωνος», ποὺ τὸν πρῶτο τόμο της, ὅπως θυμᾶμαι, τὸν τύπωσε στὴ Μυτιλήνη, στὰ τυπογραφεῖα τῆς «Σάλπιγγος».
Καθηγητὲς εἴχαμε τὸν Ἰωάννη Καραμπλιὰ τὸν ἱστορικό, συγγραφέα κι αὐτὸν τῆς «Ἱστορίας τῶν Κυδωνιῶν καὶ Μοσχονησίων», στὰ λατινικὰ τὸν Δήμου, στὰ μαθηματικὰ τὸν Ἀλέξανδρο Πανταζῆ, τὸν ἀργότερα νομομηχανικὸ τοῦ νομοῦ Λέσβου, στὰ γαλλικὰ τὸν Εὐθυμιάδη, ἠθοποιό, ὅπως λέγανε, στὰ νειάτα του σὲ γαλλικὸ θίασο, ποὺ μᾶς ἐνθουσίαζε μὲ τὶς ποιητικὲς ἀπαγγελίες του καὶ ἀναγνώσεις του ἀπὸ τὸ «Toure de la France». Tὸν τουρκιστὴ Ραπτάρνη καὶ ἄλλους. Ἀπ᾿ τοὺς συμμαθητές μας διακρίνονται γιὰ τὶς ἐξωσχολικὲς ἐπιδόσεις τοὺς ὁ Θανάσης Γκράβαλης καὶ ὁ Φωτῆς, μὲ τὸν ὁποῖο συνδέθηκα ἀπ᾽ ἀρχῆς καὶ καθόλη τὴ φοίτησή μας, στενά. Κοντός, πυρόξανθος μὲ μιὰ σημαδιακὴ ἄσπρη τούφα στὰ μαλλιά του, μιᾶς ἐξαρχῆς σοῦ ἐπιβάλλονταν μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ ἀφηγητῆ, μιμητῆ καὶ ζωγράφου καταγέλαστων καὶ κωμικῶν τύπων, ἀπ᾽ τοὺς ὁποίους εἶχε καταρτίσει ἀπὸ τότε ὁλόκληρη πινακοθήκη, ἀλλὰ καὶ τὸ συγγραφικὸ ταλέντο του, μὲ τὸ ὁποῖο ξεφούρνιζε στὸ ἇψε – σβύσε, τόμους ὁλόκληρους, μὲ ἱστορίες περιπετειῶν, ἀλὰ ᾿Ιούλιο Βέρν. Στὴν εὐχέρεια τὴ συγγραφικὴ, μονάχα ὁ Θ. Γκράβαλης τὸν παράβγαινε μὲ τὰ ἔμμετρα κωμειδύλλιάτου ἀλὰ «Χάϊδω» καὶ «Ἀγαπητικὸ τῆς βοσκοπούλας». Ἐγώ, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀρκούμουνα νὰ τοὺς θαυμάζω τότε.
Μὰ ἴσως, κι ἐγὼ νὰ εἶχα κάποιο χάρισμα ἀνεκκόλαπτο, ποὺ δὲν τὸ εἶχα συνειδητοποιήσει ἀκόμη. Γιατί ὅταν στὸν τελευταῖο χρόνο ὁ Ὀλύμπιος μας ἔβαλε στο μάθημα τῆς σύνθεσης γιὰ θέμα τὴν ἀπολογία τοῦ Σωκράτη ἀπὸ τὸν Πλάτωνα κι ὁ φίλος μου Φωτῆς σκάρωσε μιὰ θαυμάσια, περιγραφὴ τοῦ δικαστηρίου, ἐγώ, ἐπωφελούμενος κι ἀπὸ μιὰ ἀδιαθεσία ποὺ μὲ κράτησε λίγες μέρες στὸ σπίτι, παρουσίασα μιὰ πολυσέλιδη φιλοσοφικὴ ἀνάλυση, ποὺ τόσο ἐνθουσίασε τὸν Πλατωνικὴ Γυμνασιάρχη μου, ὥστε νὰ τὴν καταστολίσει στὰ περιθώρια μὲ τὰ «εὖγε» «εὖγε» καὶ τὰ «πόθεν», μὴ πιστεύοντας ἴσως πὼς μποροῦσε νὰ εἶναι ὅλη αὐτὴ ἡ νοηματικὴ ἀλληλουχία δικιά μου, ποὺ μοῦ τὴ βαθμολόγησε στὸ τέλος μὲ 10 καὶ δύο τόνους, ἐνῷ τὸ φίλο μου Φωτῆ μὲ 9,5, πρᾶγμα ποὺ εἰλικρινὰ μὲ ἐξόργισε, γιατί ἐγὼ πάντα θαύμαζα τοὺς φίλους μου, ποὺ τοὺς θεωροῦσα ἀνωτέρους μου.

25 Μαρτίου 2024

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: "Η ΑΓΙΑΣΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ"



Η αγιασμένη επανάσταση.  


Η ελληνική Επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στον κόσμο. Είναι αγιασμένη.

Η επανάσταση γίνεται τις περισσότερες φορές από κάποιες υλικές αιτίες, που είναι η σκλαβιά, η στέρηση, η κακοπέραση, τα βασανιστήρια, η περιφρόνηση. Η λευτεριά είναι η θεότητα που λατρεύει ο επαναστάτης, και για αυτή χύνει το αίμα του. Μα τη λευτεριά, πολλές φορές, σαν την αποχτήσει ο επαναστάτης, δεν την μεταχειρίζεται για πνευματικούς σκοπούς, αλλά για να χαρεί την υλική ζωή μονάχα. Κοντά στην υλική ζωή έρχεται και η πνευματική, μα τις περισσότερες φορές ως πνευματική ζωή θεωρούν οι άνθρωποι κάποιες απολαύσεις που είναι και αυτές υλικές, και ας φαίνονται σαν πνευματικές. Ένας επαναστάτης της Γαλλικής Επανάστασης, για παράδειγμα, θεωρούσε ως πνευματικά, πράγματα που, στην πραγματικότητα δεν ήταν πνευματικά. Αυτός ήθελε να αποχτήσει τη λευτεριά, για να κάνει αυτά που νόμιζε πως είναι σωστά και δίκαια για τη ζωή των ανθρώπων σε τούτον τον κόσμο μονάχα, δηλαδή για την υλική ζωή τους, μην πιστεύοντας πως υπάρχει τίποτα άλλο για να επιδιώξει ο άνθρωπος. Για αυτό λέγω πως, για τις περισσότερες επαναστάσεις, οι αιτίες που τις κάνανε να ξεσπάσουν σταθήκανε υλικές, και η ελευθερία που επιδιώξαμε ήτανε προορισμένη να ικανοποιήσει μονάχα υλικές ανάγκες.

Η ελληνική όμως Επανάσταση είχε μεν για αιτία και τις υλικές στερήσεις και την κακοπάθηση του κορμιού, όπως η κάθε επανάσταση, αλλά πάνω από αυτές τις αιτίες, είχε και κάποιες που είναι καθαρά πνευματικές. Και πνευματικό, κατά τη γνώμη μου, αληθινά πνευματικό, είναι ό,τι έχει σχέση με το πνευματικό μέρος του ανθρώπου, με την  ψυχή του, δηλαδή με τη θρησκεία.

Η σκλαβιά που έσπρωξε τους Έλληνες να ξεσηκωθούν καταπάνω στον Τούρκο δεν ήταν μονάχα η στέρηση και η κακοπάθηση του κόσμου, αλλά, πάνω από όλα, το ότι ο τύραννος ήθελε να χαλάσει την πίστη τους για να γίνουν μωχαμετάνοι. Για τούτο πίστη και πατρίδα είχαν γίνει ένα και το ίδιο πράγμα, και η λευτεριά που ποθούσαν δεν ήταν μονάχα η λευτεριά που ποθούν όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουν την αγιασμένη πίστη τους, που με αυτήν ελπίζανε να σώσουν την ψυχή τους. Για αυτούς, κοντά στο κορμί, που έχει τόσες ανάγκες και που με τόσα βάσανα γίνεται η συντήρησή του, υπήρχε και η ψυχή, που είπε ο Χριστός πως αξίζει περισσότερο το ρούχο από αυτό.

Εκείνες οι απλές ψυχές, που ζούσαν στα βουνά και στα ρημοτόπια, ήταν διδαγμένες από τους πατεράδες τους στην πίστη του Χριστού, και γνωρίζανε, παρόλο που ήταν αγράμματες, κάποια από τα λόγια του, όπως είναι τούτα: «Τι θα ωφελήσει άραγε τον άνθρωπο, αν κερδίσει τον κόσμο όλο, και ζημειωθεί την ψυχή του;». Ή: «Τι θα δώσει άνθρωπος για πληρωμή της ψυχής του;» , «Η ψυχή είναι πιο πολύτιμη από τη θροφή, όπως το κορμί από το φόρεμα!», κ.ά.

16 Μαρτίου 2024

Φώτης Κόντογλου: Ὁ Χριστιανισμός κι ο Μωαμεθανισμός




Δυὸ συγγενικές, μὰ διαφορετικὲς θρησκεῖες. 

Συλλογή: Μυστικὰ Ἄνθη, Ἐκδόσεις: Παπαδημητρίου. 


«Θρησκευτικώτεροι οἱ πρὸς Ἀνατολὰς ἄνθρωποι», γράφει ἕνας ἀρχαῖος, θέλοντας νὰ πεῖ πῶς οἱ Ἀνατολίτες εἶναι πιὸ θρῆσκοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Δύσης, τῆς Εὐρώπης. Σημείωσε πὼς Ἀνατολὴ εἶναι καὶ τὰ Μπαλκάνια, μαζὶ μὲ τὴ Ρωσία.

Στὸν Ἀνατολίτη, τὸ αἴσθημα εἶναι πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τὸ μυαλό, ἐνῷ στὸν Εὐρωπαῖο γίνεται τ᾿ ἀνάποδο. Κι ἐπειδὴ ἡ θρησκεία ἀποτείνεται στὴν καρδιὰ κι ὄχι στὸ μυαλό, γι᾿ αὐτὸ κι οἱ Ἀνατολίτες εἶναι πιὸ θρῆσκοι ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους, καὶ γιὰ τοῦτο ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ βγήκανε οἱ θρησκεῖες, ἐνῷ ἀπὸ τὴ Δύση δὲν βγῆκε καμμιά.

Οἱ ἄνθρωποι τῆς Δύσης εἶναι ὀρθολογιστές, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπιδοθήκανε στὶς θετικὲς γνώσεις, στὶς ἐπιστῆμες, καὶ προκόψανε σ᾿ αὐτὲς καὶ σήμερα τραβήξανε ὅλον τὸν κόσμο μαζί τους. Ὅσοι ἀπ᾿ αὐτοὺς ξεχωρίζουνε καὶ δὲν πιστεύουνε μοναχὰ στὶς αἰσθήσεις τους, στρέφουν κατὰ τὴν Ἀνατολή, γιατὶ ἐκεῖ βρίσκουν τὴν πηγὴ γιὰ νὰ πιοῦνε ὅσοι διψᾶνε γιὰ κάποια μυστήρια ποὺ δὲ μποροῦνε νὰ ἐρευνηθοῦνε μὲ τὸ μυαλό.



Τὸ πόσο ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος εἶναι δεμένος δυνατὰ μὲ τὸν ὀρθολογισμό, φαίνεται ἀπὸ τὴν παραμόρφωση ποὺ ἔπαθε ἡ χριστιανικὴ θρησκεία στὴν Εὐρώπη, ποὺ ἔγινε σιγὰ – σιγὰ ἕνα σύστημα τῆς ἐγκόσμιας γνώσης, ἔχοντας γιὰ σκοπὸ τὴν ἐπίγεια εὐτυχία κι ὄχι τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός. Στὴ Δύση, κι ἡ θεολογία ὑποτάχθηκε στὸν ὀρθολογισμό, κι ἔγινε κι αὐτὴ μιὰ ἐπιστήμη σὰν τὶς ἄλλες.

Στὴν Ἀνατολή, ὅμως, ἡ θρησκεία ἀπόμεινε θρησκεία. Ἀκόμα κι ὁ μωαμεθανισμός, τὸ λεγόμενο Ἰσλάμ, ποὺ εἶναι μιὰ κατώτερη ἀντίληψη τῆς θρησκείας, μὲ κάποιες χοντροκομμένες ἐντολές, ὡστόσο κράτησε ἀνόθευτον τὸν θρησκευτικὸ χαρακτήρα του, μακρυὰ ἀπὸ νεωτερισμούς, καὶ προσαρμογὲς στὴν κάθε ἐποχή, δηλαδὴ μακρυὰ ἀπὸ τον ὀρθολογισμό. Τὰ ὑλικὰ μέσα ποὺ μ᾿ αὐτὰ ἐκφράζεται ἡ θρησκεία τοῦ Κορανίου, τὸ τζαμί, ὁ χότζας, ἡ ψαλμῳδία, ἡ διακόσμηση, τὸ ντύσιμο τῶν κληρικῶν, ἡ τελετουργία, ὅλα ἀπομείνανε ἀνάλλαχτα ὁλότελα, ὅπως ἤτανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Ἰσλάμ. Σὲ καιρὸ ποὺ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία παραμορφώθηκε μὲ τοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ τοὺς ὑπαγόρευε τὸ ὀρθολογιστικὸ κοσμικὸ πνεῦμα, ἀπ᾿ ὅπου γεννήθηκε ὁ Παπισμός, ὁ Προτεσταντισμὸς καὶ τ᾿ ἄλλα παρακλάδια τους, παρεκτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ ἀπόμεινε ἀνάλλαχτη ἐπειδὴ ἤτανε ὁ Χριστιανισμὸς τῆς Ἀνατολῆς, ὁ μωαμεθανισμὸς στέκεται πάντα ὅπως ἤτανε ἀπὸ τὴν ἀρχή, δηλαδὴ ἀπόμεινε «θρησκεία». Κατὰ τοῦτο, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας βρίσκεται ἀπὸ μιὰ μεριά, κοντύτερα στὸν μωαμεθανισμό, παρὰ στοὺς λεγόμενους Χριστιανοὺς τῆς Δύσης, γιατὶ ὁ μωαμεθανισμὸς δὲν ἔπαψε νὰ εἶναι «θρησκεία», καὶ στέκεται ἀχάλαστος ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι ὠφελιμιστικό. Γιὰ τοῦτο βλέπει κανένας Ἄραβες νὰ ἀσπάζωνται μὲ βαθὺν σεβασμὸ τὸ ράσο ἢ τὰ γένεια τῶν παπάδων μας, καὶ μωχαμετάνους νὰ βαφτίζωνται χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι καί, πολλὲς φορές, νὰ μαρτυροῦνε γιὰ τὸν Χριστό, ἐνῷ κανένας, οὔτε ἕνας, παπικὸς ἢ προτεστάντης δὲν βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς νεομάρτυρες ποὺ ἀποκεφαλίσθηκανε ἢ κρεμασθήκανε κατὰ τὸν καιρὸ ποὺ βασιλεύανε ἀπάνω μας οἱ Τοῦρκοι. Εἶναι ἀκαταμέτρητοι οἱ χριστιανοὶ ποὺ μαρτυρήσανε στὴν Περσία γιὰ τ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.