Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2021

Σπύρος Λούης: «Κόβω που λες την κλωστή. Φέρνω και μια βόλτα τον γύρο του Σταδίου για ασικλίκι!»

Σπύρος Λούης: «Κόβω που λες την κλωστή. Φέρνω και μια βόλτα τον γύρο του  Σταδίου για ασικλίκι!» | LiFO 

Ο θρυλικός νικητής στον Μαραθώνιο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896 μιλά στον νεαρό τότε δημοσιογράφο Δημήτρη Ψαθά.

 1936. Λίγο πριν φύγει για τους Ολυμπιακούς του Βερολίνου, όπου τιμήθηκε όσο κανένας άλλος, ο Σπύρος Λούης έδωσε μια μοναδική συνέντευξη στο νεαρό τότε ρεπόρτερ των «Αθηναϊκών Νέων»  Δημήτρη Ψαθά. Ξετρυπώσαμε το ενδιαφέρον αυτό κείμενο στη Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου της Αθήνας και σας το παρουσιάζουμε.


«Έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε που ο Σπύρος Λούης κέρδισε τον Μαραθώνιο των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας (σ.σ. 1896) και διηγείται τα κατορθώματά του σαν να ήταν χθες:

-Πόσες φορές τα έχεις πει όλα αυτά Λούη;

-Πέντε χιλιάδες!

-Και μία τώρα;

-Πέντε χιλιάδες μία. Κομμάτια να γίνη. Παίρνετε ένα κρασάκι;

-Πρωί-πρωί;

-Αν θέλης την υγειά σου τέτοια ώρα να παίρνης το κρασάκι σου. Δεν με βλέπεις εμένα; Ντούρος!

Μόλις έφτασα έξω από το Στάδιο χαλάει ο κόσμος. Ζήτω η Ελλάς! Μπαίνω μέσα. Πέφτει επάνω μου ο Διάδοχος και με αγκαλιάζει. Σύρε και κόψε τη κλωστή μου λέει. Μωρέ τι κλωστή; Σκοινί να βάλετε να το κόψω!

 

Δεν θα δυσκολευθήτε να τον βρήτε. Πάντα ήταν ο γνωστότερος τύπος του συμπαθητικού Μαρουσιού. Οποιονδήποτε ρωτήσετε, θα προθυμοποιηθή να σας δείξη, με υπερηφάνεια, τον γηραιό αλλά ευσταλή Μαρουσιώτη, με το λεβέντικο κορμί και την ακόμη πιο λεβέντικη μουστάκα. Αυτός θα τερματίση τον μεγαλείτερον Μαραθώνιον, τον οποίον εγνώρισεν ποτέ ο κόσμος, για να μεταφέρη τη φλόγα της Ολυμπίας στο στάδιο του Βερολίνου. 

Βρισκόμαστε λοιπόν με τον θαλερό Μαραθωνοδρόμο σε μια μικρή ταβέρνα του Μαρουσιού, όπου ο Λούης παίρνει το πρωινό του ρόφημα μαζί με τον αχώριστο φίλο του Γιάννη. Μπροστά ένας αχνιστός πατσάς και ένα κατοσταράκι ρετσίνα.

-Λοιπόν Λούη;

-Ό,τι θέλετε

-Να μας πεις για τον Μαραθώνιο αν δεν βαρέθηκες

-Εγώ; Δεν τα βαριέμαι αυτά. Δουλειά μου έγινε και λιγάκι. Σε ρωτάνε. Μπορείς να μην πεις; Δεν επιτρέπεται. Λοιπόν πάρτε τα ποτηράκια σας να τα ξαναπούμε.

 

 

Ήταν που λες Μεγάλη Παρασκευή του 1896. Έτρεχε ο Παπασυμεών από το Μαρούσι και ο Καράς ο καφετζής από το Χαλάντρι. Έτρεχαν όλοι για να δουν αν θα τα βγάλουν πέρα και για να έχουν το δικαίωμα να πάρουν μέρος στον Μαραθώνιο. Εγώ κι’ ένας Μαριέτης τους πήραμε στον δρόμο από πίσω. Ο Παπασυμεών έμεινε στο δρόμο, ενώ ο Καράς ο Χαλαντραίος  εμπήκε στο Στάδιο. Καταλαβαίνεις τώρα τι έγινε. Οι Χαλαντραίοι το βράδυ που γυρνούσαμε μας πήραν στη γιούχα. Πάρε μεζεδάκι.