Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Απριλίου 2026

Νίκος Καροῦζος - Μεγάλη Παρασκευή



Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Παρασκευή

(17 Ἀπριλίου 1987)

~.~

Χρονικὸ τῆς Ἀταραξίας


Ὁ δασόβιος ἐρημίτης ὁδηγοῦσε μ’ ἀόρατη
λεπτὴ κλωστὴ τὸν ἦχο μιᾶς μέλισσας ὅταν ὁλόγυρα
παίζοντας τὸ σουραῦλι της ἡ σαύρα
δυνάμωνε τὸ πράσινο καὶ ἡ σκέψη
δρασκέλιζε τὴν ἀκέραστη μόνωση
ποὺ δὲν ἀπείλησε ποτὲ τὰ λουλούδια.

Τὰ τείχη τοῦ ἔαρος ἄραγε τ’ ἀρώματα
τ’ ἀρίφνητα μῦρα διανοίγονται;

Στοχάσου λιγάκι δίχως ἀνταλλάγματα:
δίχως ἀλήθεια καὶ ψέμα.

Στοχάσου πὼς ὅλα τὰ ζώπυρα
κοιμοῦνται σ’ ἐγρήγορση δίχως ἐκτόπισμα
στὴν ἄνθηση ποὺ ξεραίνει τὸ βιός της ὥστε νὰ ξανάρθει.

Πᾶσα πνοὴ καὶ πᾶσα νύχτα δὲ γνώρισε
μητέρα καὶ μάμμη καὶ προμάμμη ―
τὴν προέλευση τὴ θέλει τὸ μυαλό μας καὶ χανόμαστε
σ’ ἀνύπαρχτα βάθη καὶ μεγέθη τῆς ἀπουσίας
ὅταν ἀκόμη κ’ ἡ φωτιὰ τεμπελιάζει
μ’ ὅλα της τα τριξίματα
μ’ ὅλες τὶς φλόγες ποὺ βγάζει καὶ τ’ ἀποκαΐδια.

Θὰ σπάσω σήμερα τὶς ἀνέστιες φόρμες
τὴ στέγη θὰ ρίξω καὶ θ’ ἁπλώσω περίλυπα
στὴν ἀσκέπαστην ἐνέργεια τῆς ἀθανασίας
ἐκεῖ ποὺ λαλοῦσαν ἀνέκαθεν οἱ τυφλὲς
εἰκόνες τῶν πλασμάτων τὴν πολυμίλητη βουβαμάρα
τὴν ἀπόδειξη κείνου ποὺ δὲν ἀποδείχνεται
τὴν ἀπάρνηση τοῦ θριάμβου τῆς γλώσσας.

Ὁ παρείσαχτος νοῦς ὀποὺ χάραξε τραύματα
καὶ τὰ λέμε φαράγγια
ὀποὺ δίδαξε θαύματα καὶ τὰ λέμε κρημνὰ τῆς ἀνάγκης
ἤτανε κάποτε κι αὐτὸς ἀνίκητος ἀπ’ τὶς νίκες του
τὶς μεγάλες κι ἀνθρώπινες τὶς ὑπερύμνητες
εἶχε κι αὐτὸς ὁλάκερη στὰ πλήθια μόριά του τὴν εἰρήνη
στ’ ἀμπέλια τῶν κεραυνῶν ἐκτοξεύοντας
τὴ λάμψη τῆς ἀγάπης.

Ἡ φρόνηση πού ’χε κάψει τ’ ἄστρα κι ἀφανίστη χαράματα
τὸν πόνο τὸν ξεκούμπισε
τὸν ἔβαλε στὴ μαύρη ἁλυσίδα…

Τεράστιες ὧρες ἀγκαλιάζονταν τότε ἀναμεταξύ τους
καὶ πικράθηκεν ὁ χάρος ὁ χαραμοφάης
καθὼς ἡ Παναγία κυλιότανε στὰ κιτρολέμονα
κ’ εἶχε δέσει τὸ δαίμονα
στὰ θεόρατα γιασεμιὰ τῆς χαρμολύπης.

09 Απριλίου 2026

Ανυπεράσπιστος και νικημένος ως την Ανάσταση!


 «Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος, 

γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα – βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα 

(κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν’ ανεβάσουμε έν’ άρρωστο πουλί στο δέντρο)

και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν

ή ονειρεύομαι να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί
έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

Α, έχασα τις μέρες μου
      αναζητώντας τη ζωή μου.

...Μεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν πραγματοποιηθήκατε ποτέ

...Αλλά κι όταν τελειώνει η μέρα, γίνεται άξαφνα μια παράξενη ησυχία από πολλά πράγματα που ξεχάσαμε,

...και μόνον ο χρόνος είναι γενναιόδωρος μοιράζοντας σε όλους τη σκοτεινή λησμοσύνη του −
Λοιπόν ποια πράξη μας βαρύνει την ημέρα της Κρίσεως;

 Ποιος θα σηκωθεί να μας υπερασπιστεί ή έστω να κάνει μια μικρή αναφορά στ’ όνομά μας;

Έρημα βράδια και νυχτερινοί δρόμοι που συναντήσαμε τις σκιές εκείνων που τόσο θέλαμε να ξεχάσουμε!

Ώσπου στο τέλος κερδίζει μόνο όποιος χάνει:
 πανάρχαιη, ανεξήγητη ανταμοιβή.

...Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά,
 σαν ένα νικητή μπροστά στο θάνατο ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…»

Τ ά σ ο ς 
Λ ε ι β α δ ί τ η ς, 
"Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα"

*Πίνακας «Η Σταύρωση του Χριστού» 
του Γκρύνεβαλντ (περί το 1515)

ΠΗΓΗ - Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

06 Απριλίου 2026

ΥΜΝΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ | ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ




*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

Το εισαγωγικό σημείωμα του αφιερώματος ΕΔΩ


~•~

Μεγάλη Δευτέρα

Τὸν Νυμφίον, ἀδελφοί…

Στὸ Νυμφίο, ἀδελφοί μου,
τὴν ἀγάπη μας ὅλη.
Τὰ κεριὰ τῆς ψυχῆς μας
στολισμένα, λαμπρά.
Φωτεινὲς οἱ ἀρετές μας
ὁλοκάθαρη ἡ πίστη,
γιὰ νὰ μποῦμε μαζί του
στὸ γιορτάσι τοῦ γάμου,
μὲ τὶς φρόνιμες ὅμοιοι
τοῦ Χριστοῦ τὶς παρθένες.
Ὁ Νυμφίος χαρίζει
σὰ θεὸς πλούσιο δῶρο,
τὸ στεφάνι τ᾽ ἀμάραντο
σ᾽ ὅσους νικοῦνε.

Τὸν Νυμφίον ἀδελφοὶ ἀγαπήσωμεν,
τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν εὐτρεπίσωμεν,
ἐν ἀρεταῖς ἐκλάμποντες καὶ πίστει ὀρθῇ,
ἵνα ὡς αἱ φρόνιμοι, τοῦ Κυρίου παρθένοι,
ἕτοιμοι εἰσέλθωμεν, σὺν αὐτῷ εἰς τοὺς γάμους·
ὁ γὰρ Νυμφίος δῶρον ὡς Θεός,
πᾶσι παρέχει τὸν ἄφθαρτον στέφανον.

04 Απριλίου 2026

Η ΝΙΚΗ

Κωστής Παλαμάς

Η ΝΙΚΗ


Εδώ στο ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο και ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
κι απ' τον αρχαίο τον καιρό,

στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε
κι έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί!

Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,
τη Νίκη την παντοτινή!
Την είδα εμπρός μου να προβάλλει
με φορεσιά ολοφωτεινή.

Ασύγκριτη σαν την ιδέα,
σαν όνειρο λαχταριστή,
είδα τη Νίκη την αρχαία,
τη Νίκη την κυματιστή!

Την είδα. Με το πέταμά της
δεν έφευγε στους ουρανούς
εκεί που δύσκολα σιμά της
μπορεί να κρατηθεί κι ο νους.

Δεν έτρεχε να φτάσει πρώτη,
να στεφανώσει φτερωτή
το λιονταρόκαρδο στρατιώτη,
τον εμπνευσμένο τον ποιητή.

Χρυσελεφάντινη γαλήνη
δεν έδειχνε, δεν είχε αυτή.
Δεν την αντίκρυσα να λύνει
τα σάνδαλά της λατρευτή.

31 Μαρτίου 2026

Μίλτος Σαχτούρης

Του Μπάμπη Ανδριανόπουλου 

Κινήθηκε στις παρυφές του υπερρεαλισμού αλλά αυτονομήθηκε ποιητικά σε μεγάλο βαθμό. Χρησιμοποίησε ιδιαίτερα στοιχεία από το παράλογο και τον έντονο συμβολισμό δημιουργώντας ένα μοναδικό, προσωπικό ποιητικό σύμπαν.

Αποκαλύπτοντας το ποιητικό του γίγνεσθαι:

"Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά-σιγά. Το είπα και άλλοτε, μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Άλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει. Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα. Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί: το «Κύριε», το «Πράσινο απόγευμα» και το «Καφενείο». Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και που πήγα εκδρομή: Αίγινα; Πόρος;
Τον ποιητή τίποτε δεν εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως."

(ΑΥΤΟΣΧΟΛΙΑ, σελ. 253-259, στο βιβλίο Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, του Γιάννη Δάλλα, Κέδρος 1997)

Ο Υδραίος στην καταγωγή ποιητής είχε οικοδομήσει μια σχέση σχεδόν ερωτική με τον Πόρο.
Οι «αποδράσεις» του στο νησί που το θεωρούσε καταφύγιο συναισθημάτων και χώρο πνευματικής αναγέννησης, ήταν συχνές.
Για τούτο και το βιογραφικό του γραμμένο στον Πόρο όπως και το παρακάτω ποίημα:

ΠΟΡΟΣ 1985

Κι όταν εφάνη στο φλιτζάνι του καφέ μου
η γοργόνα η μαύρη
όλη τη νύχτα αδιέξοδα και εξορίες
έξαλλος λέω στίχους του Hölderlin
στίχους του Charles Cross
και πώς λυπάμαι τον άνθρωπο με το καροτσάκι
γυρίζει
πουλάει γλειφιτζούρια —γεωμετρικά τοποθετημένα
το ένα πλάι στο άλλο στη σειρά—
κανένας δεν τα αγοράζει
κι έτσι κι αυτός είναι τώρα χρόνια πεθαμένος
τα ρούχα του έχουν λιώσει πάνω του
και πίσω του τρέχει ο άγγελός του.
Όμως παρ’ όλα αυτά ο Πόρος υπάρχει
και μ’ όλα τα χαϊμαλιά του
με την παλιά του άγκυρα μπηγμένη
στην αμμουδιά
τις όμορφες τουρίστριες με τα καταπληκτικά
πόδια
και πόσους έφαγε το χώμα αυτά τα χρόνια
πάει ο Σκλάβος κι ο Καχτίτσης
ο Ιωάννου, η Μέλπω Αξιώτη
ο Αλεξάνδρου και τόσοι άλλοι.
Θεέ μου, δώσε μας ένα θάνατο
ειρηνικό.

25 Μαρτίου 2026

Σ' αυτούς, τους πολύ λίγους μεγάλους ποιητές, ανήκει δικαιωματικά ο Οδυσσέας Ελύτης.

Του Κώστα Κουτσουρέλη 

Αν το ατομικό τάλαντο είναι το θεμέλιο κάθε καλλιτεχνικού επιτεύγματος, η φιλοπονία είναι όλο το υπόλοιπο κτήριο. Στο γράψιμο ένα 5% είναι δωρεά, έλεγε θυμόσοφα ο Ουμπέρτο Έκο, το 95% είναι ιδρώτας. Χωρίς επίμονη και αδιάκοπη εργασία, και το μεγαλύτερο χάρισμα σπαταλιέται. 

Και πάλι ωστόσο, τα δυο αυτά (ταλέντο + εργατικότητα) από μόνα τους δεν επαρκούν. Πάμπολλοι χαρισματικοί και φίλεργοι πέρασαν και παρήλθαν χωρίς το αποτύπωμα που περίμενε κανείς από εκείνους αρχικά. Το έργο που άφησαν μπορεί να ήταν πληθωρικό, όμως υπήρξε σπασμωδικό, ασύντακτο, εσωτερικά ασπόνδυλο. Χρειάζεται επιπλέον αυτό που ο Σολωμός αποκαλεί «υποταγή εις το νόημα της τέχνης». Η στοίχιση δηλαδή του ταλέντου και της εργασίας πίσω από έναν υπέρτερο σκοπό, η αφοσίωση σε ένα σχέδιο υπερπροσωπικό. Το κτίσμα μας εκτός από θεμελιωτές και οικοδόμους έχει ανάγκη και από αρχιτέκτονα.

Στον ελληνικό 20ό αιώνα, ίσως η πιο συγκινητική περίπτωση τέτοιας αφοσίωσης "εις το νόημα της τέχνης" ήταν εκείνη του Οδυσσέα Ελύτη. Προικισμένος με το πιο εκθαμβωτικό τάλαντο που είδαν ποτέ τα γράμματά μας και γητεμένος αρχικά από τον άκρατο ατομοκεντρισμό του μεσοπολεμικού μοντερνισμού, ο Ελύτης βρέθηκε στον Μεταπόλεμο ενώπιον του κενού. Τα πρώτα εκφραστικά του μέσα, εκείνα των Προσανατολισμών και του Ήλιου του Πρώτου, δεν αρκούσαν για να δώσουν φωνή στις συγκλονιστικές εμπειρίες του Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης. Καμιά από τις τρεις απόπειρές του να συμβιβάσει το προσωποπαγές νεωτερικό ιδίωμα και το συλλογικό βάρος της ιστορίας, δεν απέδωσε: Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο, Η καλοσύνη στις λυκοποριές, Αλβανιάδα - και τα τρία αυτά έργα ουσιωδώς αστοχούσαν. Εξού και στην πράξη παραμερίστηκαν ή και αποκηρύχθηκαν όλως διόλου.

18 Μαρτίου 2026

Ανέκαθεν σε τούτη την χώρα, οι οιωνοσκόποι τηs ήταν οι Ποιητέs τηs.

Του Βασίλη Λαμπόγλου 


"Την αφορμή για να γράψω το ποίημά μου «Άξιον Εστί», την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51.
Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος - δεν είχαν αφήσει πέτρα πάνω στην πέτρα.

Θυμάμαι, τη μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο.
 Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ.
 Ήταν κυριολεκτικά μες στα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα,σκελετωμένα, με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου, ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών.
 Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα.
Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε τον δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει.

Πριν περάσουν 24 ώρες, περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη.
Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές.
Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία.
Αυτά που από πέντε γενιές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις.
Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το άτομό μου και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου.

12 Μαρτίου 2026

ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΩΤΟΚΥΡΙΑΖΑΤΗ ΛΑΖΑΤΙΝΟ - "ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑΤΑ"

Του Γιώργου Κυριακού*

Στο προοίμιο για τον Φώτο, ο Μίλτος Σαχτούρης: 

Δεν έχω γράψει ποιήματα/ δεν έχω γράψει ποιήματα/ μόνο σταυρούς/ σε μνήματα καρφώνω.


Με το σφυρί ο Μανόλης Αναγνωστάκης

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ Να μην τις παίρνει ο άνεμος.


Ο Νίκος Καρούζος πλησιάζει ακόμα πιο κοντά στις πληγές: 

Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ‘μαθα τι είναι τα ποιήματα./ Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα./ Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.


Και ο Άρης Αλεξάνδρου, μάς προειδοποιεί: 

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός/όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο./ Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων/ μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.



Όμως εγώ θα σας μιλήσω για τα συρματοπλέγματα. Η Ποίηση του Φωτοκυριαζάτη ήταν μέσα σε αληθινά συρματοπλέγματα. Η μικρή του πατρίδα -κοινή μας πατρίδα- έζησε στα συρματοπλέγματα. Ηλεκτροφόρα, γύρω από τις μεθόριους, γύρω από την αυλή της φυλακής που έζησε καταδικασμένος, στα κάτεργα, στο Κιαφ Μπάρι και στο Μπουρέλι. Κάθε λέξη του Φώτου είναι και μια σταγόνα αίμα στο συρματόπλεγμα. Δεν είναι νοερά τα συρματοπλέγματα. Δεν διαθλώνται μέσα σε μεταφορές, υπονοούμενους προσδιορισμούς, καλολογικά στοιχεία, παρομοιώσεις. Τα συρματοπλέγματα είναι συρματοπλέγματα.

02 Μαρτίου 2026

Για τις σκοτωμένες μαθήτριες του Ιράν



Αν ήσασταν εδώ,
αν ήσασταν εδώ κάπου κοντά οι σκοτωμένες μου κυρούλες,
κάπου εδώ κοντά ώστε να φτάνει η βενζίνη μου για νά ’ρθω,
θα ’ρχόμουν και με μία πιστολιά
θα ξάπλωνα κι εγώ ανάμεσά σας, κοριτσάκια μου.


Γνώρισα για καλά την ανθρωπότητα.
Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους.
Ούτε την δόξα τους ποθώ, ούτε τα πλούτη τους,
ούτε τα λόγια τους κι αυτή τους τη σοφία
όπου μωρός σαρκάζει τον μωρό,
όπου ηλίθιος θαυμάζει τον ηλίθιο,
όπου κακός συγχαίρει τον κακό,
όπου ο γυμνός πεσμένος προσκυνά
άλλον γυμνό που πάνω στο πετσί του
έχει καρφώσει τίτλους κι αξιώματα.


Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους,
εν μέσω σάκων που γεμάτοι είναι σκύβαλα
–ω Τόμας Έλιοτ πόσο σ’ αγαπώ!–
όπου βραβεία δίνει ο εις στον άλλονε
ποίησης και ειρήνης, επιστήμης και παντοίων
κατορθωμάτων και ηρωισμών,
στραγγαλισμών, γδαρμών, σφαγών, βασανισμών…


Θέλω εκεί
μες στο σκοτάδι που σας έριξαν, νυφούλες μου,
μαζί σας να βρεθώ, μέσα στο έρεβος,
όπου κοιμούνται οι αθώοι και οι άγνωστοι
τον ύπνο των ανέγγιχτων στον άπατον αιώνα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

Ποιοι ποιητές της νεώτερης Ελλάδας είναι οι κορυφαίοι

Του Κώστα Κουτσουρέλη 

Στο ερώτημα ποιοι ποιητές της νεώτερης Ελλάδας είναι οι κορυφαίοι, ποιοι ανήκουν δηλαδή στον "κανόνα", η απάντηση κάθε φορά διαφέρει, αναλόγως του ποιον ρωτάς.

Ο πιο στενός κανόνας, ο αυστηρότερος και ολιγομελέστερος, περιλαμβανει μόλις οχτώ ονόματα: Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος. Όχι ότι οι άνω αναγραφόμενοι δεν δέχθηκαν κατά καιρούς αμφισβήτηση, κάθε άλλο. Από τις λίστες που προτείνονται όμως, πολύ σπανίως κάποιος απουσιάζει. 

Μετά από αυτούς, οι ποιητές που συχνότερα θεωρήθηκαν κάποτε ή θεωρούνται σήμερα κορυφαίοι από σημαντικούς κριτικούς, περιλαμβάνουν βαριά ονόματα όπως ο Βαλαωρίτης, ο Βάρναλης, ο Καζαντζάκης και ο Καρυωτάκης. Μερικοί τις τελευταίες δεκαετίες προσέθεσαν σ' αυτούς, τους δύο υπερρεαλιστές, Εγγονόπουλο και Εμπειρίκο, κάποιοι λίγοι τον Παπατσώνη και τον Σαραντάρη, παλιότερα κορυφαίος εθεωρείτο ο Σουρής, ο Παράσχος, ο Ραγκαβής, ίσως και άλλοι.

Μιχάλης Γκανάς

01 Μαρτίου 2026

Οι εχθροί της Άνοιξης

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ ΣΤΟ ΦΩΣ...



Οι εχθροί της Άνοιξης 

 Μ. Σαχτούρης


"Έρχεται φέτος κουρασμένη
η Άνοιξη
(να) κουβαλάει τόσα χρόνια
τα λουλούδια πάνω της.

Σκοτεινοί άνθρωποι
στις γωνιές την παραμονεύουν
για να την τσακίσουν.

Αυτή όμως
με κρότο
ανάβει ένα-ένα
τα λουλούδια της
στα μάτια τους τα ρίχνει
(για) να τους στραβώσει."           
___________

Το έργο τέχνης είναι ο πίνακας «Το Παιδί με ηλιοτρόπιο» του Έλληνα ζωγράφου Ορέστη Κανέλλη.

Το ηλιοτρόπιο είναι γνωστό και ως ηλίανθος, η κεφαλή του στρέφεται διαρκώς προς τις ακτίνες του ήλιου κατά τη διάρκεια της ημέρας και τις πρωινές ώρες κοιτάει ξανά την Ανατολή.

Ευχαριστώ την Νίκη Τζ. για τη φανέρωση του ποιήματος 

ΠΗΓΗ: - Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

28 Φεβρουαρίου 2026

Γιώργος Σαραντάρης



Του Μπάμπη Ανδριανόπουλου 

Ο  ποιητής, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος της Γενιάς του ’30. 
Με καταγωγή από το Λεωνίδιο Αρκαδίας

Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Τα έγραψε όλα γι αυτόν ο Οδυσσέας Ελύτης στα "Ανοιχτά χαρτιά":

«Θέλω αυτή τη στιγμή απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πώς, κατάφερε να κρατήσει όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων στα Γραφεία και στις Επιμελητείες και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που όμως είχε προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου - ο μόνος ίσως σε ολόκληρο το στράτευμα-, θα μπορούσε να ΄ναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες που είχαν αναλάβει την αντικατασκοπεία, ή την ανάκριση των αιχμαλώτων. Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπατώντας μες στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου...

Και συνεχίζει ο Ελύτης:

23 Φεβρουαρίου 2026

Ο χαρταετός στην ποιήση και τη ζωγραφική



Μίκης Θεοδωράκης - Χαρταετοί 



Η Έλλη Λαμπέτη απαγγέλει το ποίημα ο Χαρταετός από την Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη.


Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.



Χαρταετός – Η ιστορία του

Ο ουρανός την Καθαρά Δευτέρα γεμίζει από χαρταετούς. Πολύχρωμοι και πολυγωνικοί, με τις φουντωτές ναζιάρικες ουρές τους, υψώνονται στον ουρανό σαν προάγγελοι της Άνοιξης και βέβαια ως ένδειξη του τέλους της Αποκριάς.

Ο χαρταετός, παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους και απαραίτητο συστατικό της Καθαρής Δευτέρας, φαίνεται πως άνοιξε τα πολύχρωμα φτερά του πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, περίπου στα 1.000 π.Χ.
Δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική στιγμή και η τοποθεσία, που ο πρώτος χαρταετός ανέβηκε στον ουρανό, όμως πιθανότατα οι Κινέζοι έκαναν την αρχή με μια κατασκευή που αντέγραφε τη μορφή των πουλιών.



 
Από τις αρχές του κόσμου ο άνθρωπος ονειρευόταν να πετάξει σαν τα πουλιά – ένα όνειρο που φαίνεται σε γραπτά και εικόνες που χρονολογούνται από το 500 π.Χ. Οι χαρταετοί, λοιπόν, έκαναν την εμφάνιση τους στην Κίνα πριν από 3.000 χρόνια. Εκεί ήταν διαθέσιμα και τα κατάλληλα υλικά για την κατασκευή τους: καλάμια bambou για το πλαίσιο και μετάξι για το πανί και την ουρά.

Με αφετηρία την Άπω Ανατολή ο χαρταετός πέρασε τη δική του «Οδύσσεια» ακολουθώντας αρχαίες διαδρομές και υιοθετήθηκε από όλες σχεδόν τις ηπείρους, αποκτώντας νέες μορφές και δημιουργώντας μύθους, καθώς έκανε την εμφάνισή του στους διάφορους πολιτισμούς.
Οι ανατολικοί λαοί τους έδωσαν ζωντανές μορφές (ψάρια, πουλιά, δράκοντες κ.λπ.). Άλλοι έδεναν σ’ αυτούς (γραμμένες πάνω σε μικρότερο χαρτί) τις αρρώστιες και τις συμφορές και τις άφηναν να φύγουν μακριά, άλλοι έστελναν προς τα επάνω τις ευχές και τις επιθυμίες τους, και άλλοι προσάρμοζαν μικρές φλογέρες στο κεφάλι του αετού, για να σφυρίζουν και να διώχνουν τα κακά πνεύματα. Τέλος, άλλοι σήκωναν ομαδικά τους αετούς, σαν προσευχή στον ουρανό και έψαλλαν ύμνους.

Στην ελληνική αρχαιότητα, τον 4ο αιώνα π.Χ., ο μαθηματικός και αρχιμηχανικός Αρχύτας (440-360 π.Χ.), από τον Τάραντα της Νότιας Ιταλίας, καλός φίλος του Πλάτωνα και οπαδός του Πυθαγόρα, χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον χαρταετό και λέγεται ότι ήταν ο εφευρέτης του.

15 Φεβρουαρίου 2026

Στις 10 Φεβρουαρίου του 1955 στην αίθουσα του εφετείου αυτός που δικάζεται για εσχάτη προδοσία είναι ποιητής.



Ο Τάσος Λειβαδίτης που είναι 33 χρόνων  ... 
Αφορμή  για την λογοτεχνική δίκη στέκεται το ποιητικό Του έργο «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» Το βιβλίο  κυκλοφορεί το 1953, για το οποίο θα συλληφθεί τον Δεκέμβριο του 1954. 
 Θεωρείται ότι με το συγκεκριμένο «ιδεολογικό» και «αντιπολεμικό» ποιητικό έργο του στρέφεται εναντίον του καθεστώτος . Κατηγορείται για εσχάτη προδοσία και βρίσκεται υπόλογος απέναντι στο κράτος με βάση τον αντικομμουνιστικό νόμο 509/1947  «Περὶ μέτρων ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, τοῦ πολιτεύματος, τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ προστασίας τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν».

Η δίκη του Λειβαδίτη θα συγκινήσει βαθιά. Πολλοί θα σπεύσουν να την παρακολουθήσουν και να προασπιστούν τον ποιητή Τέσσερα μέλη της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, οι Άγις Θέρος (αντιπρόεδρος του Δ.Σ.), Στρατής Δούκας, Λέων Κουκούλας και Χρήστος Λεβάντας (μέλη του Δ.Σ.) θα μιλήσουν από τη θέση του μάρτυρα υπεράσπισης και θα τονίσουν την ανάγκη να αφεθεί ελεύθερη η καλλιτεχνική δημιουργία στον τόπο μας...... 

Η άλλη  θέση  ότι το βιβλίο είχε «ανατρεπτικό περιεχόμενο» και δικαίως κατασχέθηκε  και συνελήφθη ο ποιητής,  υποστήριξαν οι αστυνόμοι  Καραχάλιος και Τζαβέλας, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου  Σακελλαρίου και ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου κ. Ζερβόπουλος. 

Είπε στην απολογία του ο  ποιητής
 «Δεν δικάζομαι για κανένα συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά για την ίδια την ποιητική μου ιδιότητα. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο θεωρώ ότι σαν ουσία της υποθέσεως πρέπει ν’ αναφερθώ στο θέμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. 

03 Ιανουαρίου 2026

ΜΠΟΛΙΒΑΡ!



ΜΠΟΛΙΒΑΡ!

Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος
στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό
Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της
Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας,
της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,
της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας,
Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο
Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

Για τον καινούργιο χρόνο


*
WISHLIST

Να ξυπνώ περισσότερο ήλιος
και να πέφτω πιο λίγο σκοτάδι.
Να με θες όπως είμαι. Το χάδι
στο κορμί μου ν’ απλώνει ζεστό.
Στο ποτήρι να μη λείπει ο φίλος.
Να ξεχάσω το ρήμα «χρωστώ».
Το πλοκάμι του νου να γουλίσω
στης καρδιάς τον ιερό μετεωρίτη.
Να χυθώ στου σκοπού μου την κοίτη
και στη βύθια που προσπερνώ
τη φωνή, να κρατήσω το ίσο.
Το «εν δυνάμει» να κάνω ικανό.
Να φυτεύω τα λόγια μου χάμω
να βλαστήσουν μετά από μένα.
Να πετώ τα ξεχαρβαλωμένα.
Να γελάω. Κι αν είναι γραφτό
ν’ αγαπιέμαι ίσα που ν’ αποκάμω.
Να θυμάμαι το ποίημα μου αυτό.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

01 Ιανουαρίου 2026

“Πρωτοχρονιά” του Γεωργίου Σουρή

…κι αρχή καλός μας χρόνος.

Με την ευκαιρία άλλης μίας Πρωτοχρονιάς ας θυμηθούμε ένα ποίημα, από τα σχετικά άγνωστα, του μεγάλου μας σατιρικού και Τσιριγώτη Γεωργίου Σουρή, μαζί με ένα μικρό εορταστικό που δείχνει τη στιχουργική του δεινότητα.

Καινούργιος χρόνος!… τί χαρά!… τί εὐτυχία πάλι!
ὅλοι βαστοῦνε κἄτι τὶ καὶ εἰς τὰ δυό των χέρια,
ὅλοι χαρούμενοι κτυποῦν στὸν τοῖχο τὸ κεφάλι
καὶ βλέπουν τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰ παλῃὰ τεφτέρια.

Βλέπω κι’ ὁ δύστυχος ἐγὼ σ’ ἕνα μικρὸ τεφτέρι,
κανεὶς σ’ ἐμένα δὲν χρωστᾷ, σ’ ἄλλους ἐγὼ χρωστῶ,
βλέπω δυὸ ἐπιτύμβια εἰς ἕνα καροτσέρη
καὶ δώδεκα ἑξάστιχα στὸν Ἰησοῦ Χριστό.

19 Δεκεμβρίου 2025

Άλκης Αλκαίος...

"Στους φίλους μου καλλιτέχνες, όταν με ρωτούν για την καταγωγή μου, απαντώ ότι ο μεν Βαγγέλης είναι γέννημα Κοκκινιώτης και θρέμμα Παργινός, ο δε Άλκης είναι γέννημα και θρέμμα Παργινός. 

Την Πάργα άλλωστε “περιέχουν” όλα μου τα τραγούδια κι ας είναι μόνο ένα απ’ αυτά που την αναφέρει ρητά (είναι η “Άνοιξη της Πάργας”), γιατί επί 45 χρόνια απ’ αυτήν φεύγω και σ’ αυτήν επιστρέφω κάθε καλοκαίρι. Γιατί η Πάργα μας είναι η νιότη μου, ο έρωτάς μου, το ταξίδι μου και η Ιθάκη μου".

"Μην πεις ποτέ ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη

περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.

Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς

είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις".


"Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός

σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.

Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός

ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί

φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.

Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή

κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα".


"Έλεγες - αύριο θα 'ναι ο κόσμος φωτεινός,

έλεγα - είναι με το μέρος μας ο χρόνος.

Δεν είν' ο χρόνος με το μέρος κανενός,

τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος".

'Αλκης Αλκαίος.

--

Ο Βαγγέλης Λιάρος, γνωστός ως Άλκης Αλκαίος γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και από μικρή ηλικία πολιτογραφήθηκε κάτοικος Πάργας.