Συνέχεια από Πέμπτη 6. Αυγούστου 2026
ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ 2
Περί της ασυμβατότητας του κοινωνικού κράτους και της μαζικής μετανάστευσης
Rolf Peter Sieferle
Η ανισότητα μεταξύ των κρατών μειώνεταιΕισοδηματικές διαφορές σε μονάδες Gini*
Η ανισότητα έχει μειωθεί από το 1990 τόσο έντονα όσο είχε αυξηθεί από το 1900.
* Συντελεστής Gini: όσο υψηλότερη είναι η τιμή, τόσο πιο άνιση είναι η κατανομή — μέγιστη τιμή: 100 μονάδες.
Ο πραγματικός λόγος της μετανάστευσης δεν είναι, λοιπόν, η φτώχεια στις περιοχές προέλευσης· συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Επειδή η διαφορά του βιοτικού επιπέδου μεταξύ των περιοχών του κόσμου έχει μειωθεί από το 1990, αυτό σημαίνει ότι ολοένα περισσότεροι άνθρωποι αποκτούν τη δυνατότητα να ενημερωθούν και να λάβουν την απόφαση να μεταναστεύσουν, καθώς το σχετικό κόστος καθίσταται πλέον προσιτό. Είναι, επομένως, η αύξηση της σχετικής ευημερίας εκείνη που κατά τα τελευταία χρόνια έθεσε σε κίνηση μια μαζική μετανάστευση. Προηγουμένως μετανάστευαν στις βιομηχανικές χώρες κυρίως τα μέλη των —καλά μορφωμένων— ελίτ· τώρα τείνει να μπορεί να μεταναστεύσει καθένας που έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ένα κινητό τηλέφωνο.
Το κόστος της επικοινωνίας και των ταξιδιών έχει μειωθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα η μετανάστευση να αποτελεί πλέον δυνατότητα για ολοένα περισσότερους ανθρώπους. Ένας ακόμη παράγοντας είναι η διαφορά ως προς την αναπαραγωγική συμπεριφορά. Στις πλούσιες χώρες η διάρθρωση του πληθυσμού προσεγγίζει μια στάσιμη κατάσταση, ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες εξακολουθεί να επικρατεί μια δημογραφική δομή στην οποία η μείωση της θνησιμότητας οδηγεί σε δραστική αύξηση του πληθυσμού. Συγχρόνως, στις χώρες προέλευσης συντελείται μια οικονομική ανάπτυξη η οποία συνδέεται με μεγάλες προσδοκίες. Όσο οι άνθρωποι ζουν μέσα στις παραδοσιακές συνθήκες μιας αγροτικής κοινωνίας, είναι μεν φτωχοί, βρίσκονται όμως σε μια ορισμένη ισορροπία προσδοκιών. Η φτώχεια ανήκει, κατά κάποιον τρόπο, στην κατάσταση του κόσμου και ουσιαστικά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Υπάρχουν βέβαια τεράστιες διαφορές μεταξύ φτωχών και πλουσίων, αλλά αυτοί ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες. Ο φτωχός αγρότης μπορεί να συγκρίνει τον εαυτό του με τον γείτονά του, όχι όμως με τον ηγεμόνα.
Αυτή η κατάσταση ισορροπίας μεταβάλλεται με την εκβιομηχάνιση. Εμφανίζονται πλέον νικητές και ηττημένοι ενός νέου είδους και δημιουργείται μια πίεση προσδοκιών, η οποία γίνεται τόσο εντονότερη όσο ταχύτερα αυξάνεται η ευημερία. Στην αγροτική κοινωνία ο συνηθισμένος άνθρωπος δεν διέθετε δικό του μεταφορικό μέσο. Με την εκβιομηχάνιση ο ένας αποκτά ένα ποδήλατο και ο άλλος ένα αυτοκίνητο. Ο κάτοχος του ποδηλάτου δεν χαίρεται τότε τόσο πολύ επειδή έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ένα ποδήλατο, αλλά δυσανασχετεί επειδή αυτό δεν είναι αυτοκίνητο. Η δυσαρέσκεια αυξάνεται, επομένως, στον ίδιο βαθμό με τον οποίο αυξάνεται η ευημερία και έρχονται στο οπτικό πεδίο άνθρωποι ή χώρες των οποίων η ευημερία είναι υψηλότερη από τη δική του.

ΡΑΚΙΝΤΖΗΣ ΛΕΑΝΔΡΟΣ

ΣΤΟΪΛΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ


ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗ ΕΥΓΕΝΙΑ






ΛΑΥΡΕΝΤΖΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ







