Της Ελένης Σκάβδη
..Θυμήθηκα εν τη νιρβάνα του καύσωνα ένα παλιό κοντάκιον που έψαλα παρακλητικά πριν καιρό εδώ μέσα. Περί αμνών και προβάτων...
Αναρωτιέμαι αν υπήρξα ποτέ μου αμνός, αρνάδα κι εγώ... Νομίζω πως υπήρξα κάποτε... Ήταν τότε παλιά που μεγάλωνα στην Αλεξανδρούπολη και πίστευα μόνο στους καλούς θεούς και στα θαύματα... Από τη μια η μανούλα μου που πάντα έκανε την ωραία προσευχή της πριν κοιμηθεί, και ακούγαμε όλη την πρόζα της από το διπλανό δωμάτιο, καμιά φορά αν είχε πολλή κατάνυξη, παρασυρόμασταν και βγάζαμε τα χέρια απ΄τα παπλώματα και σταυροκοπιόμασταν κι εμείς, κι από την άλλη όλο το αγιολόγιο που είχε κρεμασμένο στους τοίχους ο πατέρας μου. Εικόνες πανέμορφες, ανακατεμένες με τις φωτογραφίες των ξενιτεμένων μας και των αποθαμένων μας.
Οι τοίχοι με τα κρεμασμένα κάδρα ήταν καθρέφτης της κοσμοθεωρίας της φαμίλιας... Μόλις έσβησε το φως και βυθιζόμασταν στο σκότος άγιοι, πεθαμένοι και ξενιτεμένοι έβγαιναν από τα κάδρα και βολτάριζαν στα δωμάτια. Ο Άγιος Παντελεήμων με το φελόνι του και το φωτοστέφανο κι από δίπλα ο θείος Κωνσταντής με τη ρεντιγκότα και το καβουράκι του, η Αγία Αικατερίνη με το μανδύα και την κόκκινη μαντήλα , αλά μπρατσέτα με τη μαυρομαντηλούσα γιαγιά με τη μακριά φουστακιά της. Το Βυζάντιο, μετά του 20ου αιώνα αγκαλιά, Ελλάς και Αμέρικα κολλητά στο χάρτη...
Αρνάκι ήμουν τότε με μια παρηγορητική μεταφυσική βεβαιότητα. Στο αθώο μου σύστημα αξιών, ο χρόνος η ζωή κι ο θάνατος ήταν επινοήσεις της μέρας... Τη νύχτα υπήρχε ένα άλλο πολύμορφο βασίλειο, μια παραμυθένια χώρα απόλυτης ελευθερίας και γοητείας. Κάτι "αυτοφυές", με άγραφους νόμους που δεν με ένοιαζε να το μάθω, ή να το αποστηθίσω όπως έκανα με το Σύμβολον της Πίστεως, το Βασιλεύ Ουράνιε, ή κι εκείνο το άλλο κοντάκιον που το έψελνα στο γεύμα κατά παραγγελίαν " Πλούσιοι εφτώχευσαν και επείνασαν..."





