ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ
Psychoanalysis and Orthodox Anthropology [σελ. 51-60]
Περιοδικό Θεολογία, Τόμος ΟΔ’ (2003). Τεύχος 1
Παρά τα πολλά και ποικίλα πολιτισμικά μειονεκτήματα που υπάρχουν σήμερα, πιστεύω ότι η εποχή μας απολαμβάνει ένα διπλό προνόμιο σε σύγκριση με τους αιώνες κατά τους οποίους ο εκκλησιαστικός θεολογικός λόγος έφτασε στη μεγάλη ακμή του. Αναφέρομαι ειδικότερα στη γνώση της φύσης την οποία μας έχει προσφέρει η σύγχρονη επιστήμη —ιδιαίτερα η κβαντική μηχανική— με τη γλώσσα και τη μέθοδο της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας, καθώς και στους ορίζοντες μελέτης του ανθρώπινου υποκειμένου που άνοιξε η επιστήμη της ψυχολογίας-ψυχανάλυσης.[ΠΙΣΤΕΥΕ ΚΑΙ ΜΗ ΕΡΕΥΝΑ.ΘΑ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΘΕΙΣ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΕ]
Έχω τη γνώμη ότι οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας δεν αγνόησαν την επιστημονική γνώση της εποχής τους· αντίθετα, τη χρησιμοποίησαν για να φωτίσουν την ερμηνεία του πραγματικού και του υπαρκτού την οποία ευαγγελίζεται η εκκλησιαστική εμπειρία. Γι’ αυτό πείθεται κανείς και μόνο αν εξετάσει τα πατερικά υπομνήματα Εἰς τὴν Ἑξαήμερον ή την ορολογία και τη μεθοδολογία που οι Πατέρες προσλαμβάνουν από το αριστοτελικό Περὶ ψυχῆς. Η θεολογία της Εκκλησίας αποτελεί τη ζωοποιό συνέχιση του γεγονότος της ενανθρώπησης του Λόγου: προσλαμβάνει διαρκώς μια συγκεκριμένη ιστορική σάρκα και ζωοποιεί αυτό που προσέλαβε.
Θα επιχειρήσω να δείξω συνοπτικά πώς θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σήμερα αυτή η διαδικασία διανοητικής ενσωμάτωσης, με βάση τα συμπεράσματα της ψυχαναλυτικής έρευνας για την πρωταρχική συγκρότηση του ανθρώπινου υποκειμένου. Σε ποιον βαθμό μπορεί να υπάρξει αμοιβαία συμπληρωματικότητα ανάμεσα στην ψυχαναλυτική θεώρηση του ανθρώπινου υποκειμένου και στην εκκλησιαστική ερμηνεία του ανθρώπου ως προσώπου; [ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ: TA ΑΓΙΑ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙ. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟΠΑΡΑΔΟΤΑ, Ο ΑΓΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΛΗΣΕΙ ΟΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ] Μπορώ να προσφέρω μόνο ορισμένες ενδείξεις, πιστεύω όμως ότι μπορούν να αποδειχθούν γόνιμες για περαιτέρω διερεύνηση. Είναι κοινώς γνωστό ότι στη σύγχρονη επιστήμη δεν υπάρχουν οριστικές βεβαιότητες. Μπορούν να υπάρχουν μόνο ερμηνευτικές προτάσεις, οι οποίες υπόκεινται σε διάψευση, γίνονται όμως αποδεκτές όσο δεν προτείνονται άλλες ερμηνείες με σαφώς μεγαλύτερη ερμηνευτική πληρότητα[ΟΙ ΓΝΩΜΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΙΔΩΛΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ].
Αντλώ αυτές τις παρατηρήσεις από τη γαλλική ψυχαναλυτική έρευνα της λεγόμενης σχολής του Jacques Lacan, η οποία αναδεικνύεται ως η πιστότερη στη λεγόμενη φροϋδική παράδοση. Τα κείμενα που με βοήθησαν είναι εκείνα του ίδιου του Lacan, καθώς και βιβλία των Françoise Dolto, Denis Vasse, Gérard Séverin και Daniel Lagache. Δεν είμαι ειδικός στον χώρο της ψυχολογίας-ψυχανάλυσης· γι’ αυτό οποιεσδήποτε ανακρίβειες, παρανοήσεις ή σφάλματα πρέπει να αποδοθούν στη δική μου ανεπάρκεια και όχι στις πηγές μου.
Πώς θεωρείται το ανθρώπινο υποκείμενο από τη σύγχρονη ψυχολογία; Καταρχάς ως μια υπαρκτική πραγματικότητα διακριτή από το βιολογικό ον: όχι άσχετη προς αυτό, αλλά ούτε και ταυτόσημη με το βιολογικό άτομο. Αν επιχειρούσαμε να προσδιορίσουμε τη βασική ποιοτική διάκριση μεταξύ του υποκειμένου και του βιολογικού εαυτού, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «αναφορικότητα»: τη δυνατότητα υπαρκτικής αναφοράς. Το βρέφος έρχεται στον κόσμο χωρίς λόγο, φαντασία ή κρίση. Είναι εξοπλισμένο μόνο με την ικανότητα αναφοράς. Και αυτό που αναφέρεται —το περιεχόμενο της αναφοράς— είναι μια θεμελιώδης, πρωταρχική επιθυμία. Η αναφορικότητα της επιθυμίας —η επιθυμητική αναφορικότητα— αποτελεί τον αρχικό προσδιορισμό της ύπαρξης του υποκειμένου. Επιθυμώ, άρα υπάρχω: «Desidero είναι το φροϋδικό cogito. Εκεί ακριβώς [στην επιθυμία] συντελείται η ουσιώδης πλευρά της πρωταρχικής διαδικασίας συγκρότησης του υποκειμένου».
Psychoanalysis and Orthodox Anthropology [σελ. 51-60]
Περιοδικό Θεολογία, Τόμος ΟΔ’ (2003). Τεύχος 1
Του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά
Παρά τα πολλά και ποικίλα πολιτισμικά μειονεκτήματα που υπάρχουν σήμερα, πιστεύω ότι η εποχή μας απολαμβάνει ένα διπλό προνόμιο σε σύγκριση με τους αιώνες κατά τους οποίους ο εκκλησιαστικός θεολογικός λόγος έφτασε στη μεγάλη ακμή του. Αναφέρομαι ειδικότερα στη γνώση της φύσης την οποία μας έχει προσφέρει η σύγχρονη επιστήμη —ιδιαίτερα η κβαντική μηχανική— με τη γλώσσα και τη μέθοδο της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας, καθώς και στους ορίζοντες μελέτης του ανθρώπινου υποκειμένου που άνοιξε η επιστήμη της ψυχολογίας-ψυχανάλυσης.[ΠΙΣΤΕΥΕ ΚΑΙ ΜΗ ΕΡΕΥΝΑ.ΘΑ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΘΕΙΣ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΕ]
Έχω τη γνώμη ότι οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας δεν αγνόησαν την επιστημονική γνώση της εποχής τους· αντίθετα, τη χρησιμοποίησαν για να φωτίσουν την ερμηνεία του πραγματικού και του υπαρκτού την οποία ευαγγελίζεται η εκκλησιαστική εμπειρία. Γι’ αυτό πείθεται κανείς και μόνο αν εξετάσει τα πατερικά υπομνήματα Εἰς τὴν Ἑξαήμερον ή την ορολογία και τη μεθοδολογία που οι Πατέρες προσλαμβάνουν από το αριστοτελικό Περὶ ψυχῆς. Η θεολογία της Εκκλησίας αποτελεί τη ζωοποιό συνέχιση του γεγονότος της ενανθρώπησης του Λόγου: προσλαμβάνει διαρκώς μια συγκεκριμένη ιστορική σάρκα και ζωοποιεί αυτό που προσέλαβε.
Θα επιχειρήσω να δείξω συνοπτικά πώς θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σήμερα αυτή η διαδικασία διανοητικής ενσωμάτωσης, με βάση τα συμπεράσματα της ψυχαναλυτικής έρευνας για την πρωταρχική συγκρότηση του ανθρώπινου υποκειμένου. Σε ποιον βαθμό μπορεί να υπάρξει αμοιβαία συμπληρωματικότητα ανάμεσα στην ψυχαναλυτική θεώρηση του ανθρώπινου υποκειμένου και στην εκκλησιαστική ερμηνεία του ανθρώπου ως προσώπου; [ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ: TA ΑΓΙΑ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙ. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟΠΑΡΑΔΟΤΑ, Ο ΑΓΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΛΗΣΕΙ ΟΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ] Μπορώ να προσφέρω μόνο ορισμένες ενδείξεις, πιστεύω όμως ότι μπορούν να αποδειχθούν γόνιμες για περαιτέρω διερεύνηση. Είναι κοινώς γνωστό ότι στη σύγχρονη επιστήμη δεν υπάρχουν οριστικές βεβαιότητες. Μπορούν να υπάρχουν μόνο ερμηνευτικές προτάσεις, οι οποίες υπόκεινται σε διάψευση, γίνονται όμως αποδεκτές όσο δεν προτείνονται άλλες ερμηνείες με σαφώς μεγαλύτερη ερμηνευτική πληρότητα[ΟΙ ΓΝΩΜΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΙΔΩΛΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ].
Αντλώ αυτές τις παρατηρήσεις από τη γαλλική ψυχαναλυτική έρευνα της λεγόμενης σχολής του Jacques Lacan, η οποία αναδεικνύεται ως η πιστότερη στη λεγόμενη φροϋδική παράδοση. Τα κείμενα που με βοήθησαν είναι εκείνα του ίδιου του Lacan, καθώς και βιβλία των Françoise Dolto, Denis Vasse, Gérard Séverin και Daniel Lagache. Δεν είμαι ειδικός στον χώρο της ψυχολογίας-ψυχανάλυσης· γι’ αυτό οποιεσδήποτε ανακρίβειες, παρανοήσεις ή σφάλματα πρέπει να αποδοθούν στη δική μου ανεπάρκεια και όχι στις πηγές μου.
Πώς θεωρείται το ανθρώπινο υποκείμενο από τη σύγχρονη ψυχολογία; Καταρχάς ως μια υπαρκτική πραγματικότητα διακριτή από το βιολογικό ον: όχι άσχετη προς αυτό, αλλά ούτε και ταυτόσημη με το βιολογικό άτομο. Αν επιχειρούσαμε να προσδιορίσουμε τη βασική ποιοτική διάκριση μεταξύ του υποκειμένου και του βιολογικού εαυτού, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «αναφορικότητα»: τη δυνατότητα υπαρκτικής αναφοράς. Το βρέφος έρχεται στον κόσμο χωρίς λόγο, φαντασία ή κρίση. Είναι εξοπλισμένο μόνο με την ικανότητα αναφοράς. Και αυτό που αναφέρεται —το περιεχόμενο της αναφοράς— είναι μια θεμελιώδης, πρωταρχική επιθυμία. Η αναφορικότητα της επιθυμίας —η επιθυμητική αναφορικότητα— αποτελεί τον αρχικό προσδιορισμό της ύπαρξης του υποκειμένου. Επιθυμώ, άρα υπάρχω: «Desidero είναι το φροϋδικό cogito. Εκεί ακριβώς [στην επιθυμία] συντελείται η ουσιώδης πλευρά της πρωταρχικής διαδικασίας συγκρότησης του υποκειμένου».













