[ὤλετο μὲν μοὶ νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται
ΟΜΗΡΟΣ, Ἰλιάς, Ραψωδία Ι ]
Αὔγουστος τοῦ 1886. Ὁ δεκαεξάχρονος ὑποψήφιος Εὔελπις, γράφει στὸ ἡμερολόγιό του:
"(..)Δὲν ὑπήκουσα παρά εἰς μίαν Ἰδέαν. Νὰ φανῶ χρήσιμος εἰς τὸν πλησίον καὶ εἰς τὸν τόπον μου. Αὐτή εἶναι ὅλη μου ἡ φιλοδοξία."
Ὁ Παῦλος Μελᾶς γεννήθηκε στήν Μασσαλία στίς 29 Μαρτίου τοῦ 1870.
Οἱ γονεῖς του ζοῦσαν στήν Γαλλία. Ὁ πατέρας του, Μιχαήλ Γεωργίου Μελᾶς, Ἠπειρώτης μὲ καταγωγή ἀπό τὴν Κωνσταντινούπολη, ἐμπορευόταν στήν Μασσαλία. Ἡ μητέρα του Ἑλένη, ἦταν θυγατέρα τοῦ Βουτσινᾶ, τοῦ γνωστοῦ Κεφαλλονίτη μεγαλεμπόρου ἀπὸ τήν Ὀδησσό. Στὴν Μασσαλία γεννήθηκαν σχεδόν ὅλα τους τὰ παιδιά. Τὸ 1874 ἀποφασίζουν νὰ τὰ μεγαλώσουν στὴν Ἑλλάδα καὶ, γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ, ἐγκαθίστανται στὴν Ἀθήνα.
Στό σπίτι τ' ἀδέλφια του ὀνομάζουν τὸν Παῦλο “ὁ κύριος Μὴν Ἐνοχλεῖσθε”. Εἶναι πάντα πρόθυμος νὰ παραχωρήσει τὴν θέση του, τὸ καλύτερο μερίδιο τοῦ φαγητοῦ. Δίνει ὅ,τι ἔχει καί παίρνει ἐπάνω του τὶς μικροαγγαρεῖες καί τὰ βαρετά καθήκοντα.
Τὸν στενοχωρεῖ ποὺ τὸν πειράζουν γι' αὐτό τ' ἄλλα παιδιά. Μὰ δὲν μπορεῖ νὰ κάμει διαφορετικά. Ἔτσι τοῦ ἔρχεται. Αὐτὸ δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ εἶναι στὸ σχολεῖο μὲ τ' ἀδέλφια του σωστό πειραχτῆρι. Ἔχει ὅμως ἄπειρη καλωσύνη πρὸς τὰ μικρά παιδιά, πρὸς κάθε ἀδύνατο πλάσμα, πρὸς τὰ ζῶα.



