Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Πώς μάθαμε να καταναλώνουμε την οργή μας
Η Ελλάδα είναι μια χώρα με τεράστιο απόθεμα αγανάκτησης και, παραδόξως, με ελάχιστη συσσώρευση αγανάκτησης. Θυμώνουμε πολύ. Θυμώνουμε συχνά. Θυμώνουμε δικαιολογημένα. Με τα Τέμπη, με μια υπόθεση διαφθοράς, με μια γυναικοκτονία, με μια αποκάλυψη για τη σπατάλη στο δημόσιο χρήμα, με μια εικόνα αστυνομικής βίας, με έναν πολιτικό που προκαλεί, με μια δικαστική απόφαση που μας εξοργίζει. Για λίγες ημέρες ο δημόσιος χώρος γεμίζει από θυμό. Τα κοινωνικά δίκτυα παίρνουν φωτιά. Αναρτήσεις, βίντεο, hashtags, καταγγελίες, ειρωνείες, οργισμένα σχόλια. Ύστερα έρχεται το επόμενο γεγονός και η προσοχή μετακινείται.
Τα Τέμπη αποτελούν ίσως το ισχυρότερο πρόσφατο αντιπαράδειγμα στην ιδέα ότι οι Έλληνες απλώς «ξεσπούν στο Facebook»: στις 28 Φεβρουαρίου 2025 εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους σε όλη τη χώρα, μαζί με γενική απεργία, ζητώντας δικαιοσύνη για τους 57 νεκρούς. Ακριβώς γι' αυτό έχει ενδιαφέρον η συνέχεια. Τι απομένει όταν αδειάσουν οι πλατείες; Πώς μετατρέπεται μια τεράστια κοινωνική συγκίνηση σε διάρκεια, θεσμική μνήμη, οργάνωση, έλεγχο και σταθερή απαίτηση λογοδοσίας;
Κάπου εδώ διαμορφώνεται αυτό που θα ονομάζαμε κ α τ α ν α λ ω τ ι κ ή α γ α ν ά κ τ η σ η.
Η οργή διαθέτει πλέον σχεδόν τον δικό της καταναλωτικό κύκλο. Εμφανίζεται το ερέθισμα. Το βλέπουμε. Θυμώνουμε. Το κοινοποιούμε. Καταγγέλλουμε. Συναντάμε άλλους που θυμώνουν μαζί μας. Αισθανόμαστε για λίγο ότι συμμετέχουμε σε κάτι μεγαλύτερο. Και ύστερα η ένταση υποχωρεί μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο προϊόν οργής.
Ερέθισμα → αγανάκτηση → ανάρτηση → ηθική ανακούφιση → επόμενο ερέθισμα.


















