Σε συναδέλφους γονείς και σε συναδέλφους δασκάλους και δασκάλες
Το σημερινό τραγικό συμβάν στην Ηλιούπολη είναι κι αυτό χωρίς κάθαρση, έτσι όπως έχουμε μάθει να συμβαίνει στις αρχαίες τραγωδίες. Ο από μηχανής θεός του Ευριπίδη είναι νεκρός.
Φαίνεται να κυριαρχεί το γεγονός, ότι οι ευάλωτες κι ευαίσθητες ψυχές οφείλουν να υποφέρουν μια ζωή και να τρέχουν συνεχώς γιατρούς, παραγιατρούς, σε ψυχιάτρους και ψυχαναλυτές, να πέφτουν σε διαφόρων ειδών εξαρτήσεις, να αυτοτραυματίζονται ή να αυτοκτονούν.
Κι αυτές μοιάζει να εντάσσονται σε μια κατηγορία, στον έναν πόλο. Στον άλλο πόλο, βρίσκεται η θέση του “ανθεκτικού”, αυτού του προσώπου που αντέχει “όπως τον πάει η ζωή”, του προσαρμοστικού “με τα δεδομένα”, που τέλος πάντων έχει αποκτήσει τα “εργαλεία” της επιβίωσης μέχρι και την επιτυχία ενός “success story”. Είναι ο άλλος πόλος προσώπων, που η ζωή τους βρίσκεται πάνω από όλους κι όλα, που οι παραδοσιακές αλήθειες είναι ξεπερασμένες, που το να ανήκεις κάπου (με υποχρεώσεις και όχι μόνο δικαιώματα) είναι κατάντια και το να μην κάνεις ό,τι σου κατέβη είναι συμβιβασμός και περιορισμός. Κάποτε το πρόσωπο αυτό το έλεγαν “αναίσθητο” και “ζαμανφουτίστα”, τώρα μπορεί και να είναι πρότυπο ελευθερίας. Το άλλο πρόσωπο που υπέφερε, που έπεφτε σε ντρόγκες, που αυτοκτονούσε το έλεγαν (με συμπάθεια) “άτυχο”, τώρα μένεις σε ένα αναπάντητο γιατί, πάλι με συμπάθεια και με πόνο, ίσως και με κάποιον αδιόρατο τρόμο για τα κοντινά. Το “άτυχο” ήταν η ανακουφιστική φράση του από μηχανής θεού που έσωζε τους υπόλοιπους.
Φαίνεται ότι ο ενδιάμεσος πόλος βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού. Είναι οι τυχεροί και κυρίως τα παιδιά και οι νέοι που βιώνουν ένα, δυο ή τρία καλά ή (και) κακά, που όμως τα βιώνουν, τα αμφισβητούν, τα νοηματοδοτούν διαφορετικά. Πάντως αυτό το ένα, τα δυο ή και τα τρία (στην καλύτερη περίπτωση), όταν είναι ζωντανά, με τα καλά και τα στραβά τους, σού δίνουν νόημα ύπαρξης και προοπτική και όνειρα.
Το ένα είναι η πυρηνική οικογένεια που με τα καλά της και τα στραβά της υπάρχει, όχι μόνο για να ταΐζει και να κάνει τα θελήματα των παιδιών της για καταναλωτικά αγαθά αλλά για να αγαπάει, να οριοθετεί, να αφηγείται το όποιο κοινό και συλλογικό παρελθόν και να καθοδηγεί προς το καλό. Να τρώνε μαζί, να τσακώνονται, να ξαναφιλιώνουν και τα μικρά να ονειρεύονται κάτι καλύτερο από αυτό που βρήκαν. Δεν είναι ό,τι καλύτερο γιατί αναγκαστικά θα επιβάλει, αλλά σου δίνει ένα πλαίσιο αναφοράς για να ονειρευτείς μια καλύτερη οικογένεια κι όχι να ονειρεύεσαι πως θα τη βγάλεις μια ζωή “για πάρτη σου”, σε ένα ρετιρέ στη Νέα Υόρκη ή σε ένα δυάρι στην Κυψέλη Αθηνών.
Το δεύτερο πολύτιμο καλό είναι η κοινότητα: οι συγγενείς που κάποτε ήταν στο πρώτο (δηλαδή στη διευρυμένη οικογένεια που μπορεί να έφτανε και τα 50 άτομα), η γειτονιά, η κοινότητα, οι παρέες, οργανώσεις – σύλλογοι – ενορία (όταν λειτουργούν ζωτικά κι όχι αριθμητικά για να μετράμε κεφάλια), η αλληλεγγύη των καθημερινών – από το πιο ελάχιστο, να κρατήσεις το παιδί της γειτόνισσας μέχρι και να βοηθήσεις τον γείτονα και τον φίλο ή τον σύντροφο ή τον συνάδελφο ή τον … τον… την … σε μια δυσκολία. Όσοι έχουν και το δεύτερο είναι ακόμα πιο “τυχεροί” και οφείλεται και σε αυτούς αυτή η “τύχη” – τις σχέσεις τις κυνηγάς, δεν σε κυνηγάνε μόνο. Κι εκεί υπάρχουν δυσκολίες και αντιφάσεις και χίλια δυο αρνητικά, αλλά αν υπάρχει κι αυτό στη ζωή του παιδιού και του νέου, του δίνει ένα πρότυπο για να φτιάξει καλύτερο κοινοτικό περιβάλλον στο μέλλον.
Το τρίτο είναι το σχολείο, έτσι όπως διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του ‘60, ένας χώρος με ιδρυτική πράξη τη μόρφωση και τη διαπαιδαγώγηση. Με τα όποια του αρνητικά, έδινε κι αυτό ένα πλαίσιο που μπορούσες να το αμφισβητήσεις, να αγωνίζεσαι και να το ξεπερνάς. Σήμερα λειτουργεί με πολλές συγχύσεις, ρόλους που δεν τους αντέχει, με νεολογισμούς που προκαλούν διχασμούς ανάμεσα στην ωραιολογία – συνθηματολογία (πάντα προοδευτική!) και στην καθημερινότητα, επιτείνοντας το ασυμβίβαστο λόγου και πράξης. Τα “τυχερά” παιδιά που πιθανόν βιώνουν την “καταπίεση” της μόρφωσης και της διαπαιδαγώγησης, ίσως να αποκτήσουν και την κριτική σκέψη για να ανατρέψουν το σχολείο και να δημιουργήσουν κάτι καλύτερο.
Αυτά τα λίγα, για να περισσεύει μόνο σε όσους κι όσες γερνάμε (ε, όλο και κάτι θα πάθουμε) η ευχή “καλός παράδεισος”.
Γιώργος
ΥΓ: Μεγάλωσα σε μια πάμφτωχη γειτονιά στη Δραπετσώνα, με πάμπολλες οικονομικές δυσκολίες, με δύσκολους γείτονες από χίλια μέρη φερμένους (Μικρασιάτες, Πόντιοι, Πελοποννήσιοι, Θεσσαλοί, Κρητικοί, Μανιάτες, Νησιώτες, μειονοτικούς από τη Θράκη και για μια περίοδο αρκετούς Μπαγκλαντεσιανούς – εξαιρετικά συμπαθείς άνθρωποι, αργότερα και οι Βαλκάνιοι και πρόσφατα πρόσφυγες και μετανάστες από διάφορα μέρη της γης μας).
Ήταν ένα παζλ με πολλές εκφράσεις που σιγά σιγά καταλάγιασαν οι διαφορές του και σήμερα είναι μια σχετικά ήσυχη κοινότητα. Η περίπτωση ενός συμμαθητή μου είναι καταλυτική. 1974. Ο Δ.Π. μεγάλωνε σε ένα σπίτι που η μητέρα του εκδιδόταν και ο πατέρας του ήταν ο προαγωγός της. Με τα μάτια μου τον είδα να τον πετάει έξω με τις κλοτσιές, με άγριο τρόπο βασανιστικό.
Οπότε, πάει το πρώτο καλόόόόόό – η οικογένεια. Όμως τον μάζευε μια φτωχή γειτόνισσα πονετική, τον τάιζε και τον κοίμιζε – ίσως, μπορεί να τον μάλωνε κιόλας. Δεν ήταν η αδερφή Τερέζα, είχε κι αυτή τα προβλήματά της. Δεν ήμαστε ιδανική γειτονιά (πλακώνονταν οι Μικρασιάτες με τους Νησιώτες, οι Μανιάτες με άλλους, κουτσομπολιά, “μάζεψε τα παιδιά σου” κλπ.) αλλά η γειτονιά λειτουργούσε.
Την άλλη μέρα ο Δ.Π. ήταν στο σχολείο και αναγκαστικά παρακολουθούσε τον καταπιεστικό μας δάσκαλο στο αυταρχικό σχολείο από το οποίο περάσαμε όλοι και δεν ήταν το καλύτερο. Για τον Δ.Π. τα άλλα δυο καλά λειτουργούσαν. Αυτά.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.