Του Γιάννη Σχίζα
Ήταν η φωνή της Κύπρου, αγωνιστής εφ ‘όλης της ύλης , μέχρι και θεατρικός συγγραφέας με την ντοπιολαλιά να είναι πρώτη προτεραιότητα. Δεν ήταν ποιητής, αλλά έστεκε σαν φυσικός διάδοχος του αγώνα για την ελληνικότητα του κυπριακού λόγου από το μεγάλο ποιητάρη του νησιού , τον Κώστα Μόντη :
«Ελάχιστοι μας διαβάζουν – ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας- μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι – όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά».
Και συμπλήρωνε : «Είναι δύσκολο να πιστέψω- πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας- είναι δύσκολο να πιστέψω- πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας – Πικρή θάλασσα της Κερύνειας- που πρέπει να αποσύρουμε πια – τους στίχους που σου γράψαμε!».
Θυμάμαι πολλά γι αυτόν, μέχρι πως σχολίαζε το θάνατο του γιου του τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντεκτάς το 85 –του Ραϊφ Ντεκτάς – που υπήρξε μουσικός, συνθέτης και αρθρογράφος, και σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα. Ο Φτωχόπουλος έβρισκε την ευκαιρία για να θυμίσει τα εκατέρωθεν θύματα, αυτής της πικρής εισβολής.
Το 1967 μεταναστεύει οικογενειακώς σε μια Βρετανική πόλη , το Margate , από όπου βρίσκει κάτι «ψευτοδουλιές στο Λονδίνο». Εκεί σημειώνει την κοινή δράση με τον φίλο του Πί τ τ α : «εγώ με κάτι Εβραίους που πουλούσαν υφάσματα κι ο Πίττα πάλι με κάτι εβραίους που πουλούσαν ηλεκτρικές λάμπες…..Μέσα σε δυο εβδομάδες τα παρατήσαμε κι οι δυο για τους ίδιους λόγους, χωρίς καμιά συνεννόηση. Το 67 ήταν ο πόλεμος Ισραήλ –Αιγύπτου. Οι Εβραίοι είχαν λυσσάξει και έκαναν εράνους παντού. Εμείς, πέραν του ότι δεν είχαμε δεκάρα – πρώτη μας δουλειά ήταν- ήμαστε και κατά του Ισραήλ. Μας είπαν στη δουλειά ότι είτε δίνουμε στον έρανο είτε φεύγουμε. Φύγαμε». Και σε κάποια υποσημείωση επεξηγεί τα διπλά σύμφωνα, που προσδίδουν μιαν ιδιάζουσα προφορά στην κυπριακή διάλεκτο :







