
Δεν ξέρουμε ούτε τα ονόματά τους! Την προηγούμενη εβδομάδα δύο δεκαεπτάχρονα κορίτσια πήδησαν στο κενό, μη αντέχοντας την προοπτική μιας μελλοντικής απασχόλησης που δεν θα τους απέφερε πολλά «λεφτά», όπως εξηγεί το σπαραχτικά λιτό σημείωμα που άφησε στους γονείς της η μια εκ των δύο. Τα δύο κορίτσια έφυγαν διακριτικά, σχεδόν αθόρυβα – μόνο δυό γδούποι προστέθηκαν στη φασαρία της πόλης. Τα δύο κορίτσια έφυγαν χωρίς κατηγόριες, χωρίς αιτήματα, χωρίς παράπονα, χωρίς υστερόγραφα. Έφυγαν με μια μόνο διαπίστωση: αυτός ο κόσμος δεν είναι, πλέον, γι’ αυτές.
Οι «ειδικοί» άδραξαν την ευκαιρία κι έκαναν περατζάδες στις οθόνες μας αναπαράγοντας κοινοτοπίες περί «άγχους επίδοσης», «πρόληψης», «έγκαιρης διάγνωσης» και «ενσυναίσθησης». Οι «ανειδίκευτοι», δηλαδή όλος ο υπόλοιπος κόσμος, συνταραγμένος από τις πτώσεις, πένθησε τα δύο κορίτσια, κατά τα ειωθότα του φεϊσμπουκικού ελλαδισμού. Ήτοι, δια βραχέων. Τα εικονικά πένθη, ξέρετε, δεν είναι σύντομα μόνο επειδή χρειάζονται συνεχή ανατροφοδότηση τα μέσα (αντι)κοινωνικής δικτύωσης. Ούτε επειδή γαλουχηθήκαμε με ασυνάρτητες προτροπές να είμαστε, λέει, ο εαυτός μας «γιατί έτσι μας αρέσει». «Η ζωή είναι μικρή» και τα πένθη μας είναι μικρά, γιατί, αφού εξορίσαμε στις παρυφές των οικιστικών ιστών τα νεκροταφεία, αποφασίσαμε πως τη σκηνοθετημένη εικόνα μας δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά. Η ζωή (όπως κι ο κυνισμός) συνεχίζεται απρόσκοπτα σαν διαφημιστικό μήνυμα που όλοι καλοπερνάνε αυτοθαυμαζόμενοι, κι ας παραμονεύει να μας καταπιεί το κενό ενός τρόπου που μπερδεύει την προκοπή του με το πορτοφόλι του.





















