Η γενιά που συνέθλιψε το παρελθόν και το μέλλον για ένα διαρκές παρόν.

Αλέξανδρος Τσίγγος
Αυγούστου 2026
Η δίκη που έγινε χωρίς δικαστήριο
Στη Βαρσοβία, τον Δεκέμβριο του 1970, ο Βίλι Μπραντ γονάτισε μπροστά στο μνημείο του γκέτο. Ένας άνθρωπος που είχε αντισταθεί στον ναζισμό γονάτισε εκ μέρους εκείνων που δεν είχαν αντισταθεί. Αυτή είναι η κλασική φορά της συλλογικής ενοχής. Κατεβαίνει από τους πατέρες στους γιους, και οι γιοι απολογούνται για λογαριασμό των πατέρων. Ο Καρλ Γιάσπερς, μέσα στα ερείπια του 1946, ξεχώρισε τέσσερα είδη ενοχής. Ποινική, πολιτική, ηθική, μεταφυσική. Και όρισε ότι η πολιτική βαραίνει όλους τους πολίτες ενός κράτους που έπραξε το κακό, ακόμη κι όσους δεν σήκωσαν το χέρι.
Στην Ελλάδα συνέβη κάτι που δεν το προβλέπει καμία τυπολογία. Μια ολόκληρη γενιά αντέστρεψε τη φορά. Δεν κληρονόμησε την ενοχή των γονιών της. Την κατασκεύασε.
Η γενιά μου έστησε στους γονείς της μια δίκη που δεν έγινε ποτέ σε αίθουσα. Το κατηγορητήριο ήταν πλούσιο. Η ανοχή στη χούντα, ο συντηρητισμός, το «τι θα πει ο κόσμος», η σιωπή τους, η αυστηρότητά τους, τα δικά τους πεπραγμένα φορτωμένα πάνω μας ως λογαριασμός. Και με αυτό το κατηγορητήριο αγοράσαμε κάτι πολύτιμο. Το δικαίωμα να μην τους οφείλουμε τίποτα. Δεν εγκαταλείπεις τον πατέρα σου. Εγκαταλείπεις τον ένοχο! Πρώτα ήρθε η καταδίκη, ύστερα το παρκάρισμα στη μοναξιά του διαμερίσματος ή του γηροκομείου. Και το παρκάρισμα, χάρη στην καταδίκη που είχε προηγηθεί, έμοιαζε πια σχεδόν με απονομή δικαιοσύνης. Η δίκη των γονιών μας υπήρξε πράξη απαλλαγής. Της δικής μας απαλλαγής.
