από Γιώργος Τασούδης
Τα μεγάλα έργα έχουν το προνόμιο να συνομιλούν με κάθε εποχή. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ο κινηματογράφος να επιχειρεί να συνομιλήσει με τον Όμηρο. Αντιθέτως, αυτό αποδεικνύει ότι, σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, τα ομηρικά έπη εξακολουθούν να συγκινούν, να εμπνέουν και να προκαλούν δημιουργούς σε ολόκληρο τον κόσμο.Ο προβληματισμός αρχίζει όταν η συνάντηση με ένα κλασικό έργο μετατρέπεται σε προσπάθεια διόρθωσής του. Όταν προηγείται η ιδεολογία και ακολουθεί η ανάγνωση του κειμένου, το αποτέλεσμα δεν είναι ερμηνεία αλλά προβολή των δικών μας βεβαιοτήτων πάνω σε έναν άλλον κόσμο.
Η πρόσφατη δήλωση ότι ο Όμηρος «δεν αφιερώνει αρκετό χρόνο στις γυναίκες» δεν αποκαλύπτει κάποιο κενό του Ομήρου. Αποκαλύπτει μια χαρακτηριστική συνήθεια της εποχής μας: να αξιολογούμε τα μεγάλα έργα όχι μέσα από το δικό τους πνευματικό σύμπαν, αλλά μέσα από τις ιδεολογικές προϋποθέσεις του παρόντος.
Το ερώτημα, όμως, είναι βαθύτερο. Είναι άραγε έργο του αναγνώστη να μαθητεύσει στο κείμενο ή να απαιτήσει από το κείμενο να μαθητεύσει στις δικές του αντιλήψεις;
Ο Όμηρος δεν αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως εκπροσώπους ομάδων, φύλων ή κοινωνικών κατηγοριών. Τους αντιμετωπίζει ως πρόσωπα. Γι' αυτό και η αξία τους δεν μετριέται από τον αριθμό των στίχων που τους αφιερώνει, αλλά από το βάθος της παρουσίας τους και από το αποτύπωμα που αφήνουν στην πορεία του έπους και στην ψυχή του αναγνώστη. Ο Όμηρος δεν γράφει με όρους ποσοστώσεων· γράφει με όρους δραματικής αλήθειας.
