27 Ιουλίου 2026

Πολιτιστικός ιμπεριαλισμός και εργαλειοποίηση των ανθρωπιστικών επιστημών.

Η περίπτωση της χρήσης φορτισμένων ιδεολογικά όρων στα γνωστικά πεδία της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας.


Αθανάσιος Κωτσάκης*


Δυτικός πολιτιστικός ιμπεριαλισμός και ελλαδικές ελίτ


Είναι γνωστό ότι ο τομέας του πολιτισμού αποτελεί σημαντικό πυλώνα της λεγόμενης «ήπιας ισχύος» (“soft power”) των Διεθνών Δρώντων, ήτοι των Μεγάλων Δυνάμεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την σύγχρονη εποχή αποτελεί η αναφορά του Zbigniew Brzezinski στους τέσσερις πυλώνες της αμερικανικής υπεροχής στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο: στρατιωτικό, οικονομικό, τεχνολογικό και πολιτισμικό.

Διαχρονικά, πάντως, οι Μεγάλες Δυνάμεις εργαλειοποιούν το πεδίο του πολιτισμού, επιχειρώντας να επιβάλουν τις δικές τους θέσεις, αξίες, νοοτροπίες και ήθη σε άλλους λαούς, προς ίδιον όφελος, φαινόμενο που μας είναι γνωστό με τον όρο «πολιτιστικός ιμπεριαλισμός». Η Ελλάδα έχει βιώσει ανάλογες καταστάσεις, στο πλαίσιο της δυτικής αποικιοκρατίας, εδώ και αιώνες. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η πολιτιστική διείσδυση της Γαλλίας στο Αιγαίο από την εποχή της Αντιμεταρρύθμισης και εντεύθεν, όπως και η πολιτική βίαιου εξιταλισμού των πληθυσμών των Δωδεκανήσων την περίοδο 1912-1943, ιδίως επί φασισμού.

 Ωστόσο, η κύρια, πάγια και διαχρονική πολιτισμική διείσδυση στον ελληνικό χώρο κατά τους τελευταίους δύο αιώνες προέρχεται από τον αγγλοσαξωνικό κόσμο, δεδομένων των σχέσεων εξάρτησης της χώρας μας και ιδίως των ελίτ, αρχικά με τον βρετανικό παράγοντα (1831-1947) και εν συνεχεία με τον αμερικανικό (1947 έως σήμερα).

Ως εκ τούτου, ο ιδεολογικός μεταπρατισμός των αποκομμένων από τα πληβειακά στρώματα ελλαδικών ελίτ, έχει λάβει σημαντικές διαστάσεις στο πλαίσιο μίας οιονεί, συγκεκαλυμένης δυτικής αποικιοκρατίας. Χαρακτηριστική έκφανση αυτής της παθογένειας, προερχόμενη από τον καθημερινό μας βίο, είναι η ευρύτατη χρήση, ιδίως από νέους ανθρώπους, λέξεων και εκφράσεων προερχόμενων από την αγγλική γλώσσα, αντί των αντίστοιχων ελληνικών, με παράλληλη υποβάθμιση του εγχώριου πολιτιστικού επιπέδου, και το χειρότερο, με παράλληλη υιοθέτηση του αγγλοσαξωνικού τρόπου σκέψης (π.χ. προτεσταντικός ατομικισμός), στο πλαίσιο ενός είδους  «αμερικανοποίησης» της ζωής μας. Με άλλα λόγια εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο είδος αμφίπλευρης πολιτισμικής ώσμωσης μεταξύ λαών, αλλά για μία μονομερή, άνωθεν επιβολή πολιτισμικών και ιδεολογικών προτύπων από ισχυρότερα κράτη προς ασθενέστερα, με σκοπό την διασφάλιση των γεωπολιτικών τους συμφερόντων και την επίτευξη των γεωστρατηγικών τους επιδιώξεων.

 Σημαίνων σε αυτή τη διαδικασία είναι ο ρόλος, μεταξύ άλλων, φορέων, ιδρυμάτων και δεξαμενών σκέψης (think tanks) που εδρεύουν στο εξωτερικό (σε χώρες που αποτελούν Παγκόσμιους Δρώντες) και που ως στόχο έχουν να προσελκύσουν ανερχόμενα μέλη των εγχώριων ελίτ διαφόρων χωρών, γαλουχώντας τα με τις αξίες και τα θέσφατά τους, με προορισμό την εν συνεχεία αναπαραγωγή των ιδεών αυτών στους τόπους καταγωγής τους. Με άλλα λόγια, μέλη της πολιτικο-οικονομικής και πνευματικής ηγέτιδας τάξης του τόπου μας λειτουργούν ως μεταπράτες ξένων ιδεών (και συμφερόντων) και ως πολλαπλασιαστές ιδεών, μέσα από τη διείσδυσή τους στον ελλαδικό κρατικό μηχανισμό, σε θέσεις-κλειδιά, ιδίως στον ακαδημαϊκό χώρο.

Η περίπτωση της εγχώριας ιστοριογραφίας και της αρχαιολογικής ορολογίας


Ένα ενδιαφέρον φαινόμενο που ενδημεί τα τελευταία χρόνια σε ακαδημαϊκούς χώρους είναι εκείνο της αποφυγής όρων υποδηλωτικών ξένων κυριαρχιών επί του ελληνικού χώρου και αντικατάστασής τους από αντίστοιχούς όρους πιο συμβατούς με ξένα μοντέλα σκέψης. Για γίνουμε πιο σαφείς, εδώ παρατίθενται διάφορα παραδείγματα. Έτσι λοιπόν, δεν χρησιμοποιείται πλέον από συγκεκριμένους ακαδημαϊκούς κύκλους στον τομέα της ιστοριογραφίας ο όρος «βενετοκρατούμενη Κρήτη», αλλά αντ’ αυτού το «βενετική Κρήτη»

Αντιστοίχως, δεν συναντά κανείς πλέον τον όρο «τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», αλλά το «οθωμανική Θεσσαλονίκη», ενώ έχει παρατηρηθεί και η αντικατάσταση των όρων «μετεπαναστατική Αθήνα» και «οθωνική Αθήνα» από το «μεταοθωμανική Αθήνα». Επιπλέον έχει πρωτοεμφανιστεί ο όρος «ιταλικά Δωδεκάνησα» αντί του «ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα». Μέχρι στιγμής πάντως δεν έχει υιοθετηθεί ο όρος «γερμανική Ελλάδα» ως δηλωτικός της περιόδου της γερμανικής κατοχής της χώρας μας (1941-44). 

Όπως έχει επισημάνει η ακαδημαϊκός Χρύσα Μαλτέζου: «όλο και συχνότερα, τον τελευταίο καιρό, διάφοροι ερευνητές χρησιμοποιούν για τη δήλωση βενετοκρατούμενων περιοχών τον όρο «μεσαιωνικός-μεσαιωνική» (π.χ. μεσαιωνική Κρήτη, μεσαιωνική Εύβοια κ.λ.π.), προκειμένου να αποφύγουν μάλλον τους όρους «βενετοκρατούμενος-βενετοκρατούμενη», «μεταβυζαντινός-μεταβυζαντινή» και κατά μίμηση της γραφής των ξένων».

Παρατηρείται λοιπόν η αποφυγή των όρων που συνδέονται με την αποδοχή της ύπαρξης ξένων κυριαρχιών αλλά και υποδηλώνουν την ύπαρξη του ελληνικού έθνους πριν την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η χρήση των όρων «Φραγκοκρατία», «Βενετοκρατία», «Λατινοκρατία» κτλ, έχει μεν υποχωρήσει, ωστόσο διατηρείται ακόμη σε μεγάλο βαθμό. Όμως η χρήση συγκεκριμένα του όρου «Τουρκοκρατία» έχει ουσιαστικά εκλείψει από τους ακαδημαϊκούς χώρους, με την αντικατάστασή του από τον όρο «οθωμανική περίοδος». 

Τη σκυτάλη έχει πάρει, βάσει των παραπάνω ιστοριογραφικών θεωρήσεων, και ο κλάδος της Αρχαιολογίας και δη οι κρατικές αρχαιολογικές υπηρεσίες, οι οποίες έχουν υιοθετήσει το συγκεκριμένο γραμμικό ιστοριογραφικό μοντέλο σε όλους τους μουσειακούς χώρους. Το ερώτημα που ανακύπτει εδώ είναι: προς τι αυτός ο ιστορικός αναθεωρητισμός; 

Έχει αλλάξει κάτι τα τελευταία χρόνια ως προς τα ιστορικά ή τα αρχαιολογικά δεδομένα; Ή μήπως έχει αλλάξει κάτι ως προς τον τρόπο ανάγνωσης του ιστορικού μας παρελθόντος και εάν ναι, υπό ποιο συγκεκριμένο ιδεολογικό οπτικό πρίσμα και με ποιες στοχεύσεις; 


Απόπειρες ερμηνείας του φαινομένου του ιστορικού αναθεωρητισμού


Μέσα στο κυρίαρχο, για τον ακαδημαϊκό χώρο, περιβάλλον ιδεολογικού μεταπρατισμού θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε και να ερμηνεύσουμε το φαινόμενο του ιστορικού αναθεωρητισμού και ιδίως της οιονεί απαγόρευσης χρήσης του μέχρι πρότινος επικρατούντος όρου «Τουρκοκρατία», διερευνώντας τα αίτιά του.

Μια πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι στο πλαίσιο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και της κατά κόρον διεύρυνσης της χρήσης της αγγλικής γλώσσας σε διεθνή συνέδρια και σε συλλογικές δημοσιεύσεις, με τη συμμετοχή ερευνητών από διάφορες χώρες, είναι λογικό να παρατηρούνται κάποιες ξένες πολιτισμικές και δη γλωσσικές επιρροές στον χώρο των δύο επιστημών, της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας. Δεδομένου όμως ότι η αγγλική γλώσσα (όπως και άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες), δεν είναι σε θέση να αποδώσει πάντοτε με ακρίβεια τα νοήματα της ελληνικής γλώσσας, η χωρίς λογική επεξεργασία αντιγραφή επιστημονικών όρων προερχόμενων από την Εσπερία καθίσταται ενίοτε προβληματική. Για παράδειγμα, στην αγγλική γλώσσα δεν υπάρχει η δυνατότητα της διάκρισης ανάμεσα στις έννοιες «ελληνικός» και «ελλαδικός», αλλά σε αμφότερες τις περιπτώσεις χρησιμοποιείται η λέξη “Greek”. Επίσης, π.χ. δεν υπάρχει στα αγγλικά δόκιμος όρος αντίστοιχος του «βενετοκρατούμενη Κρήτη» και έτσι χρησιμοποιείται το “Venetian Crete”, μεταφραζόμενο εν συνεχεία στα ελληνικά σε «βενετική Κρήτη». 

Εμβαθύνοντας, θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε και σε μία απόπειρα ερμηνείας σε δεύτερο επίπεδο. Πιθανότατα το ζήτημα να μην είναι μόνον γλωσσικής φύσεως, αλλά και ιδεολογικής. Όπως προειπώθηκε, στο πλαίσιο του ιδεολογικού μεταπρατισμού, ξένο αξιακό σύστημα και ξένος τρόπος σκέψης έχει υιοθετηθεί από τις ελλαδικές ελίτ. Βάσει λοιπόν του του αγγλοσαξωνικού (εν μέρει και του γαλλικού) τρόπου σκέψης και μοντέλου ορισμού περί έθνους, οι Έλληνες είναι αδιανόητο να υπήρχαν ως συλλογική οντότητα πριν την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους ή στην καλύτερη των περιπτώσεων πριν την έλευση της Νεωτερικότητας, κάτι που επέχει θέση αξιώματος. Εξάλλου, κατά την αγγλοσαξωνική αντίληψη, το έθνος είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το κράτος και δεν νοείται έθνος χωρίς κράτος ή και το αντίστροφο, κράτος χωρίς ενιαίο και συμπαγές έθνος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έχει επινοηθεί ο όρος «έθνος-κράτος» ή «κράτος-έθνος», που μπορεί μεν να βρίσκει εφαρμογή σε χώρες της Δύσης, ωστόσο δεν έχει καμία σχέση με τη βαλκανική ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα.  

Η δε γένεση της εθνικής ταυτότητας και της εθνικής συνείδησης των λαών αποτελεί, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, προϊόν άνωθεν καλλιέργειάς τους και κατασκευής τους από το κράτος και τους μηχανισμούς του (π.χ. εκπαίδευση, στρατός κτλ). 

Ως εκ τούτου, βάσει αυτής της προσέγγισης, το ελληνικό έθνος είναι ένα «νεαρό» έθνος, διάρκειας ζωής δύο περίπου αιώνων. Αυτή λοιπόν είναι η λεγόμενη «εθνομηδενιστική» σχολή σκέψης της «εθνοαποδόμησης». 

Η μεταμοντέρνα σχολή σκέψης


Στην ανάπτυξη αυτού του φαινομένου σημαίνων υπήρξε ο ρόλος της μεταμοντέρνας ιδεολογίας, η οποία ενδημεί στον ακαδημαϊκό χώρο, έχοντας ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά την υποκειμενικότητα, τη ρευστότητα, τον άκρατο σχετικισμό των πάντων, την αποδόμηση εννοιών αλλά και τον επαναπροδιορισμό τους. Στη μεταμοντέρνα αντίληψη ενυπάρχει ένας διάχυτος μηδενισμός, μία έλλειψη σαφήνειας και απουσία καθάριου λόγου, ενώ δεν υπάρχει η πραγματικότητα και αλήθεια, την οποία μπορούμε να διερευνήσουμε με επιστημονικές μεθόδους, αφού η (κατά το δυνατόν) αντικειμενικότητα στην έρευνα θεωρείται αδύνατη και ανύπαρκτη. Σημειώνεται ότι όλες οι παραπάνω προσεγγίσεις βρήκαν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης κατά τους πρώτους μεταψυχροπολεμικούς χρόνους, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και τον θρίαμβο των δυτικών αξιών και της ελεύθερης αγοράς, κάτι το ενδεικτικό αναφορικά με την πηγή εκπόρευσής τους.

Στον ελλαδικό χώρο παρατηρήθηκε, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του ’90, μία άνθιση και διάδοση του εθνομηδενιστικού αφηγήματος. Ουσιαστικά πρόκειται για «νεκρανάσταση» των θεωριών του Jakob Philipp Fallmerayer (1790-1861), κάτι που αποτυπώνεται στο απόφθεγμα του πανεπιστημιακού ιστορικού Αντώνη Λιάκου «Επιλέγοντας προγόνους οι Νεοέλληνες, δεν έμειναν ανεπηρέαστοι από αυτούς. Αυτή είναι η σημασία του εξελληνισμού του έθνους», το οποίο και αποτελεί επί της ουσίας παραλλαγή των θέσεων του Fallmerayer: «Ας αφήσουμε τους σημερινούς κατοίκους αυτής της χώρας στην πλάνη τους, πως κατάγονται από τους αρχαίους εκείνους Έλληνες».

Η παραπάνω θεώρηση, σε συνδυασμό με την άκριτη υιοθέτηση ξένων όρων και αντιλήψεων στον τομέα της ιστοριογραφίας, έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αμφιλεγόμενων επιστημονικών πορισμάτων ή ακόμα και φαινομένων ανορθολογισμού, στο πλαίσιο της εργαλειοποίησης των επιστημών της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας, που αγγίζει τα όρια του σουρρεαλισμού, αποτελεί η περίπτωση του όχι ευρέως διαδεδομένου αλλά πάντως χρησιμοποιούμενου όρου «Οθωμανοί Έλληνες». Πρόκειται προφανώς για αυτούσια μετάφραση του αγγλικού “Ottoman Greeks”, δηλωτικού του Ελλήνων που ζούσαν υπό οθωμανική τουρκική κυριαρχία. Στο ίδιο πλαίσιο, γίνεται λόγος για ακόμα και για συναυλίες «οθωμανικής μουσικής», που αναφέρεται μεταξύ άλλων στη μεταβυζαντινή μουσική παράδοση των υπόδουλων Ελλήνων. Έως τώρα πάντως δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μας η ύπαρξη αντίστοιχου όρου «Βενετοί Έλληνες», δηλωτικού των Ελλήνων που διαβιούσαν υπό βενετική κυριαρχία. Ούτε έχουμε εντοπίσει ακόμα τον όρο «οθωμανικές εκκλησίες» αντί του «μεταβυζαντινές εκκλησίες». Ποιος ξέρει όμως τι μας επιφυλάσσει το μέλλον;

Η περίπτωση της Κύπρου


Μία άλλη ανάλογη περίπτωση (που όμως έχει ευρύτατη διάχυση στον δημόσιο λόγο στον ελλαδικό χώρο), είναι εκείνη που αφορά στον κυπριακό ελληνισμό. Εν προκειμένω γίνονται συχνές αναφορές στους Έλληνες της Ελλάδας και της Κύπρου, ήτοι τους Ελλαδίτες και τους Ελληνοκυπρίους, με τους όρους «Έλληνες» και «Κύπριοι», αποξενώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τους δύο βασικούς πυλώνες του ελληνισμού, κάτι το απολύτως συμβατό με το αγγλοσαξωνικό μοντέλο σκέψης, σύμφωνα με το οποίο σε κάθε κράτος αντιστοιχεί ένα έθνος και άρα ένα έθνος δεν μπορεί να είναι διηρεμένο ανάμεσα σε δύο ή και σε περισσότερα κράτη.

 Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, η αποξένωση του κυπριακού ελληνισμού από τον ελλαδικό ελληνισμό αποτελεί πάγια και θεμελιώδη επιδίωξη του βρετανικού στέμματος επί έναν και πλέον αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό, έχει λάβει χώρα η εργαλειοποίηση της επιστήμης της Αρχαιολογίας από τους Βρετανούς αποικιοκράτες, με την επινόηση του όρου «Κυπριακή Αρχαιολογία», σε αντιδιαστολή με το «Ελληνική Αρχαιολογία», και με την επίκληση αμφιβόλου εγκυρότητος επιστημονικών πορισμάτων, στο πλαίσιο ενός είδους «στρατευμένης Αρχαιολογίας». 

Το ΝΑΤΟ, το CDRSEE και ο ρόλος τους στα Βαλκάνια


Μία επιπλέον παράμετρος, που θα πρέπει να εξεταστεί αναφορικά με την κατανόηση του φαινομένου του εν Ελλάδι ιστορικού αναθεωρητισμού, είναι και εκείνο του ρόλου και των επιδιώξεων των ξένων Μεγάλων Δυνάμεων και ιδίως των ΗΠΑ στην περιοχή των Βαλκανίων. 

Σημαίνον για την υλοποίηση των γεωστρατηγικών επιδιώξεων του ΝΑΤΟ στην περιοχή μας υπήρξε, ήδη από τη δεκαετία του ’90, το πεδίο του πολιτισμού. Ιδίως κατά τους πρώτους μεταψυχροπολεμικούς χρόνους ο νατοϊκός παράγοντας επένδυσε στην ενίσχυση του μουσουλμανικού στοιχείου των Βαλκανίων, κατάλοιπου του οθωμανικού παρελθόντος (Τουρκία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Αλβανία, Κόσοβο), εις βάρος των χριστιανικών λαών των Βαλκανίων και ιδίως των Σέρβων, παραδοσιακών συμμάχων της Ρωσίας. Στο πλαίσιο αυτό, υλοποιήθηκε μεν ένοπλα η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και ο ακρωτηριασμός της Σερβίας, ωστόσο, για την εμπέδωση της νέας αυτής, μεταψυχροπολεμικής πραγματικότητας χρειάστηκε η συνδρομή της «ήπιας ισχύος» (“soft power”), ήτοι του πολιτιστικού και ιδεολογικού κεφαλαίου.

 Στο ίδιο πλαίσιο, ανέλαβε δράση το CDRSEE (Center for Democracy and Reconciliation in Southeast Europe – Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη), συμπληρωματικό, σε επίπεδο “soft power”, της στρατιωτικής δράσης του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Ο εν λόγω φορέας, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (1998-2019), ως βασικό σκοπό του είχε τον εξωραϊσμό του οθωμανικού παρελθόντος του Βαλκανίων, με προφανή μακροπρόθεσμο στόχο την υπονόμευση του αντιστασιακού φρονήματος των λαών της περιοχής, ιδίως των χριστιανικών λαών, μέσα από την καλλιέργεια στις νέες γενιές του αμερικανικού αξιακού συστήματος και ιδίως της αποδόμησης της εθνικής τους ιστορίας και ταυτότητας, ώστε μία εν δυνάμει μελλοντική, με οποιαδήποτε μορφή, επαναφορά τους στην οθωμανική κυριαρχία να είναι περισσότερο ανεκτή, εάν όχι αποδεκτή. Επιπλέον, στο ίδιο πλαίσιο, συγκροτήθηκαν ομάδες δράσης ιστορικών από όλες τις χώρες των Βαλκανίων με σκοπό τη συγγραφή κοινών σχολικών βιβλίων ιστορίας για όλες τις βαλκανικές χώρες, φορτισμένων ιδεολογικά με το αφήγημα της «ήπιας και ανεκτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», ενώ ανάλογες δράσεις έχουν λάβει χώρα και στον ακαδημαϊκό χώρο. 

Εδώ, η προφανής στόχευση του όλου εγχειρήματος είναι οι γαλουχούμενοι με τα παραπάνω αφηγήματα και ιδεολογήματα νέοι να γίνονται ακούσιοι πολλαπλασιαστές ιδεών, προς εξυπηρέτηση και προαγωγή των συμφερόντων των συγκεκριμένων κέντρων εξουσίας. Καρπό της όλης παραπάνω δραστηριότητας στη χώρα μας αποτελεί μεταξύ άλλων η γνωστή υπόθεση με τον «συνωστισμό στη Σμύρνη» στο σχολικό βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού της Μαρίας Ρεπούση (2007).

Ελλαδικές ελίτ,  νέο-οθωμανισμός και «φινλανδοποίηση» της χώρας μας


Οι ελλαδικές ελίτ, τόσο το πολιτικό προσωπικό του τόπου μας όσο και οι μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες, δείχνουν να έχουν αποδεχτεί τη «φινλανδοποίηση» της χώρας μας, ήτοι τη μείωση της εθνικής μας κυριαρχίας στο Αιγαίο, στο πλαίσιο της πολιτικής κατευνασμού, ώστε να «μην ενοχλείται» η αναθεωρητική Τουρκία και να μην δημιουργεί καταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη διατήρηση του ατομικού τους status. Αρχής γενομένης από το 1996 και τον «εκσυγχρονισμό», έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της δορυφοροποίησης της χώρας μας, ιδίως το πεδίο της οικονομίας, όπου κύκλοι των ελλαδικών οικονομικών ελίτ συμπράττουν με τουρκικούς οικονομικούς ομίλους, δημιουργώντας σχέσεις εξάρτησης και κοινά ατομικά συμφέροντα με την αναθεωρητική γείτονα. Η οικονομική διείσδυση της Τουρκίας στην Ελλάδα είναι τεράστια τις τελευταίες δεκαετίες, όμως σήμερα πλέον έχουμε περάσει σε άλλο στάδιο, με τους Τούρκους να αγοράζουν αθρόα και ανεξέλεγκτα ελληνική γη, όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά πρωτίστως στις παραμεθόριες περιοχές, τα απειλούμενα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και τον Έβρο, προετοιμάζοντας έτσι τα επόμενά τους βήματα για την υλοποίηση του οράματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ωστόσο, τα ελλαδικά κέντρα εξουσίας, όντας σε σχέση εξάρτησης όχι μόνο με τη Δύση αλλά και με την ίδια την Τουρκία (δεδομένου και του παρασιτικού οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται πρωτίστως στον τουρισμό και τη ναυτιλία), δεν έχουν τη διάθεση να αντιταχθούν στην παραπάνω πραγματικότητα. 

Μοιραία λοιπόν η «φινλανδοποίηση» αποτελεί μονόδρομο για τη σημερινή καθεστηκυία τάξη της χώρας μας. Ως εκ τούτου, καθετί που θα μπορούσε να προκαλέσει «ενόχληση» στην Τουρκία θα πρέπει να αποφεύγεται. Κάθε λοιπόν «μη φιλική» αναφορά προς την Τουρκία, στο πλαίσιο της ιστοριογραφίας, της δημόσιας εκπαίδευσης και γενικότερα των εποπτευόμενων από το κράτος φορέων, δεν είναι συμβατή με την παραπάνω πολιτική επιλογή. Μήπως εν τέλει ο όρος «Τουρκοκρατία» δεν είναι αποδεκτός λόγω του ιστορικού φορτίου, που φέρει, και θα πρέπει να εξαλειφθεί; Η απάντηση του ερωτήματος αυτού επαφίεται στους αναγνώστες.

ΠΗΓΗ:
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φλέα 85-86 (Γενάρης – Δεκέμβρης 2025), 149-156.

*


Αθανάσιος Κωτσάκης είναι ιστορικός και αρχαιολόγος, διδάκτωρ στο γνωστικό πεδίο της Ιστορίας του Πολιτισμού. 

  Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.