Δημοσθένης Κούρτοβικ
«Δεν θα μπορούσα ν' απαντήσω μονολεκτικά. μ' ένα ναι ή ένα όχι, στο ερώτημα αν μου άρεσε η "Οδύσσεια" του Κρίστοφερ Νόλαν. Είδα εκεί μερικά ενδιαφέροντα πράγματα στο σενάριο και μια εικαστικά καθηλωτική σκηνοθεσία. Αλλά, όταν τα μάτια μου ξεθόλωσαν από το εκθαμβωτικό και καταιγιστικό θέαμα των σχεδόν τριών ωρών, το συγκινησιακό αποτύπωμα που μου άφησε η ταινία ήταν μάλλον ρηχό.
Σπεύδω να διευκρινίσω ότι καθόλου δεν μ' ενόχλησε η συμπεριληπτική λογική του Νόλαν που έκανε την Ωραία Ελένη μαύρη, αν και δυσκολεύομαι να καταλάβω τι ουσιαστικό πρόσφερε στην ταινία αυτή η επιλογή και οπωσδήποτε θα ήταν καλύτερα αν ο ρόλος είχε δοθεί σε μια πραγματικά ωραία μαύρη ηθοποιό (εκτός αν ο Νόλαν θέλησε ν' ακολουθήσει και σ' αυτό φεμινιστικές αντιλήψεις περί "γυναικείου κάλλους"). Δεν μ' ενόχλησε ούτε η απόφαση του Νόλαν, αυτή καθ' εαυτή, να προβάλει σύγχρονες αντιλήψεις και προβληματισμούς στο αρχαίο έπος - αυτό κάνουν όλοι οι καλλιτέχνες και συγγραφείς που διασκευάζουν αρχετυπικούς μύθους.
Το μεγάλο πρόβλημα της ταινίας, αυτό που σχεδόν ακυρώνει τις προθέσεις του Νόλαν, είναι κατά τη γνώμη μου ο αφόρητος και άκαιρος ρεαλισμός της κινηματογραφικής γλώσσας του. Όσες αλλαγές και αν κάνει κάποιος στο ομηρικό έπος, όσες καινούργιες ερμηνείες και αν του δώσει, πρόκειται για μια ιστορία γεμάτη τέρατα, μάγισσες, θεοφάνειες, θεογενείς νύμφες. Αν κάποιος δεν αποφασίσει να τα παραλείψει όλα αυτά (όπως έκανε ο Ουμπέρτο Παζολίνι πριν δύο χρόνια στη δική του εκδοχή, την "Επιστροφή"), πρέπει να βρει έναν τρόπο ώστε ο εγγενής ρεαλισμός της κινηματογραφικής εικόνας να μη συγκρούεται με την υποβλητικότητα και πολυσημία της μυθολογικής αφήγησης. Αλλιώς θα την αποστεγνώσει από τους χυμούς της και θα οδηγήσει ακούσια τον θεατή να τη σκέφτεται με πολύ διαφορετικούς όρους. Θα δώσω ένα παράδειγμα. Ο Οδυσσέας είναι επτά χρόνια ερωτικός αιχμάλωτος της Καλυψώς στο νησί της. Η Καλυψώ είναι νύμφη, δηλαδή θεότητα. Αλλά ο Νόλαν την κάνει μια χοϊκή, αν και όμορφη ώριμη γυναίκα (η Σαρλίζ Θερόν είναι εδώ γοητευτικότερη απ' ό,τι στα νιάτα της). Έτσι όμως ο θεατής αρχίζει να διερωτάται για πράγματα που δεν θα τον απασχολούσαν διαβάζοντας το αρχαίο έπος: πώς βρέθηκε η Καλυψώ σ' αυτό το ερημονήσι, πώς επιβιώνει τόσα χρόνια ολομόναχη κτλ. Με τη ρεαλιστική Καλυψώ της ταινίας να σβήνει τη μυθολογική Καλυψώ, όλο αυτό το επεισόδιο μοιάζει ξεκάρφωτο. Είναι ένα αμήχανο σεναριακό επινόημα για να υποκαταστήσει της μακρά διήγηση που κάνει ο Οδυσσέας στο παλάτι των Φαιάκων.
Ακόμη πιο απογοητευτική είναι η σκηνή με τη νέκυια, την επίσκεψη του Οδυσσέα στον Άδη. Όχι μόνο λείπουν οι συναντήσεις του με τη μητέρα του και τον Αχιλλέα (ίσως οι συγκλονιστικότερες στιγμές του έπους), αλλά και οι νεκροί που εμφανίζονται είναι ενοχλητικά υλικές και τονισμένα πεζές φιγούρες, ειδικά ο Τειρεσίας απεικονίζεται σαν ένας άμορφος σάρκινος μπόγος, ένα ατσούμπαλο και ρακένδυτο γερόντιο. Η όλη σκηνή δεν μεταδίνει καμία συγκίνηση. Λειτουργεί απλώς ως σύνοψη, για λόγους οικονομίας (διάρκεια της ταινίας και της αντοχής των θεατών), όσων μέλλεται να συμβούν στον Οδυσσέα και τους συντρόφους του.















