του Νικόλα Σεβαστάκη*
Η είσοδος της Μαρίας Καρυστιανού στο πολιτικό σύστημα έφερε μια ακόμα εστία σύγχυσης και εντάσεων μέσα στις πολλές του τελευταίου διαστήματος. Τώρα, η δήλωσή της για τις αμβλώσεις και την ανάγκη «διαβούλευσης» γι’ αυτό το θεσπισμένο δικαίωμα γέννησε πλήθος αντιδράσεων σε όλο σχεδόν το φάσμα, κι ίσως περισσότερο στα αριστερά.
Η αποκωδικοποίηση της ταυτότητας της Μαρίας Καρυστιανού δεν είναι εύκολη. Βγήκε από τη χοάνη του συλλογικού πένθους γύρω από την τραγωδία των Τεμπών. Σε μια συγκυρία διασκορπισμού και αναδίπλωσης στην αυτοσυντήρηση, όπου οι πολιτικές φωνές της αντιπολίτευσης δεν έφταναν στη «λαϊκή ψυχή», ενώ η κυβέρνηση προκαλούσε θυμό, ήρθε να συμβολίσει ένα μη διασαφηνισμένο αλλά πάντως ηχηρό αίτημα δικαιοσύνης. Η ρητορική της δεν είχε εξαρχής κάτι το αριστερό. Πολύ πρoτού ειπωθεί ρητά, η Μαρία Καρυστιανού αναδυόταν ως σημείο αναφοράς σε έναν κόσμο «πέραν της δεξιάς και της αριστεράς». Ως προσωπικότητα, φυσικά, μοιάζει να βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην κοινωνική βάση της ελληνικής δεξιάς: ελεύθερη επαγγελματίας, πιστή χριστιανή, με βασικές αναφορές στον Έλληνα πολίτη και στην πατρίδα, πέρα και πάνω από ταξικές διαιρέσεις.
Το ερώτημα όμως εδώ και καιρό δεν είναι τι φέρει μαζί της η Μαρία Καρυστιανού, διεκδικώντας δημόσιο πολιτικό βήμα. Το ζήτημα είναι ποιες ταυτίσεις και προσδοκίες προσελκύει η παρουσία της. Η πολιτική επιστήμονας Μάργκαρετ Κάνοβαν έχει μιλήσει από χρόνια για τις δυο όψεις-διαστάσεις της δημοκρατίας, τη λυτρωτική και την πραγματιστική.

