
Στα είκοσί μου χρόνια, το κάπως μακρινό 1999, δευτεροετής φοιτητής της Νομικής, βρισκόμουν σε μια μετεφηβική αναζήτηση και εσωτερικό αναβρασμό. Διχασμένος ανάμεσα στη λογοτεχνία και τα νομικά, τον αναρχισμό και την Εκκλησία, τους κοινωνικούς αγώνες στο δρόμο και τον αναχωρητισμό. Εκείνη την εποχή κάποιος καλός φίλος μού χάρισε καμιά εικοσαριά τεύχη του θεολογικού περιοδικού Σύναξη, ανοίγοντας έτσι έναν θαυμαστό και πρωτόγνωρο κόσμο για μένα.
Στο πρώτο τεύχος της Σύναξης που αγόρασα εκείνη τη χρονιά ενθουσιασμένος, το τεύχος 70 (Απρίλιος-Ιούνιος) «Αφιέρωμα Λογοτεχνία», διάβασα για πρώτη φορά Νίκο Καρούζο. «Τα δεσμά της ελευθερίας–Εσωτερικές Σημειώσεις». Εκεί συνάντησα τις φράσεις:
«Ο ποιητής είναι σαλός. Ο ποιηματογράφος είναι σαλός. Ο πρώτος είναι θέαμα της θεότητας. Ο δεύτερος είναι θεατής της θεότητας».
«Ο ποιητής ολάκερος μπαίνει στα προβλήματα, ο ποιηματογράφος περνά πλάι απ’ τα προβλήματα. Γι’ αυτό διατυπώθηκε μια μέρα ο καημός: «Έχετε την ιδέα πως κάνετε ποίηση, όταν το αίμα σας είναι καλά σιγουρεμένο στις φλέβες;»…»
«Ο ποιητής έχει πάντα μες στην ψυχή του την ευλάβεια, ενώ οι ευλαβείς δεν έχουν πάντα μες στην ψυχή τους της ποίηση».
Η γνωριμία αυτή ήταν η αφετηρία της μεγάλης μου αγάπης και της ενασχόλησης με τη ζωή και το έργο του ποιητή, που παραμένει αμείωτη ως σήμερα. Το γεγονός δε, ότι τον συνάντησα στις σελίδες ενός θεολογικού περιοδικού, έναν φιλόξενο χώρο όπου συχνά συναντάται η θεολογία με τις τέχνες και τον σύγχρονο πολιτισμό, δεν ήταν χωρίς σημασία για την ενασχόλησή μου αυτή.
Με ενδιέφερε η διαμόρφωση της σκέψης και της ποιητικής στο έργο του Καρούζου, ιδίως στα ζητήματα της μεταφυσικής, του ιερού και της θρησκευτικότητας. Κυρίως, οι αναφορές και η σχέση του με την ορθόδοξη χριστιανική πνευματικότητα. Μελετώντας το έργο του, ποιητικό και δοκιμιακό, στάθηκα σε ένα μικρό βιβλιαράκι, ανάτυπο της μοναδικής διάλεξης που έδωσε στη ζωή του το 1966. Ο τίτλος χαρακτηριστικός: «Μεταφυσικές εντυπώσεις από τη ζωή ως το θέατρο».



















