
Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΔΡΟΣΟΣ*
Πασίγνωστη είναι η φράση που αποδίδεται στον Κίσινγκερ: «Οι Έλληνες είναι ένας δύσκολος, αν όχι ακατόρθωτο να τιθασσεύσει κανείς, λαός. Γι’αυτό και θα πρέπει να χτυπήσουμε στις πολιτισμικές του ρίζες: ίσως τότε να τους αναγκάσουμε να
συμμορφωθούν. Εννοώ, φυσικά, να χτυπήσουμε τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους, τα πολιτισμικά κι ιστορικά αποθέματά τους προκειμένου να εξουδετερώσουμε την ικανότητά τους να αναπτύσσονται, να διακρίνονται ή να κυριαρχούν, καταργώντας έτσι ένα εμπόδιο στα ζωτικά μας στρατηγικά πλάνα στα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή».
Το πώς αντιμετωπίστηκε αυτή η ιστορία περί του εν λόγω εδαφίου λέει ίσως περισσότερα για εμάς από όσο το ίδιο περιεχόμενό του. Όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτή τη χώρα, υπήρξε έντονη και θορυβώδης διαίρεση. Οι μεν το είδαν ως ομολογία μίσους των προαιώνιων εχθρών της Ελλάδας. Οι δε αμφισβήτησαν κατά πόσον πρόκειται για κάτι που όντως γράφηκε και κατηγόρησαν τους προηγούμενους για ιδεοληψία, εθνικισμό, θρησκοληψία, αντισημιτισμό και άλλα παρόμοια. Και οι δύο στάσεις, όσο αντίθετες κι αν φαίνονται, λειτουργούν τελικά ως άλλοθι αποφυγής του ουσιώδους: όχι του αν η φράση ειπώθηκε λέξη προς λέξη, αλλά του αν περιγράφει με ακρίβεια μια πραγματική και εφαρμοσμένη στρατηγική εξουσίας.
Οι παλαιότεροι που έζησαν την εφηβεία τους με το βινύλιο, θυμούνται ότι τα τραγούδια κυκλοφορούσαν και σε δίσκους 45 στροφών. Από την μία πλευρά ήταν γραμμένο το κυρίως σουξέ και στην άλλη πλευρά υπήρχε ένα άλλο τραγούδι, συνήθως (όχι πάντα όμως) μικρότερη επιτυχία. Αυτή την πίσω πλευρά το λέγαμε flip side. Η μεμψιμοιρία ότι «όλοι μας ζηλεύουν και μας μισούν γιατί είμαστε ‘ανώτεροι’ πάντων (‘αυτονόητα’, κληρονομικώ δικαίω, μάλλον)» έχει ως flip side, την εθελοτυφλία πως «δεν είμαστε παρά κομπλεξικοί Βαλκάνιοι μη εκσυγχρονισμένοι που δεν έχουμε άλλη σωτηρία από το να ακολουθούμε πιστά τους ισχυρούς ‘φίλους’ μας». Δύο πλευρές του ίδιου δίσκου της υποτέλειας, της αδράνειας και της αναμονής ενός υπερκόσμιου μεσσία με κοσμική όμως αποστολή.



ΣΤΟΪΛΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ



