Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Για χρόνια πίστευα ότι η προδοσία τραυματίζει μόνο εκείνον που την υφίσταται. Πίστευα πως ο πόνος ανήκει αποκλειστικά στον προδομένο. Ότι εκείνος είναι που χάνει την εμπιστοσύνη του, που αμφισβητεί τη ζωή του, που βλέπει τον κόσμο του να καταρρέει.
Και χρειάστηκε νομίζω πολύς καιρός για να καταλάβω ότι η προδοσία αφήνει ένα διαφορετικό, αλλά εξίσου βαθύ αποτύπωμα και σε εκείνον που την διαπράττει. Δεν αναφέρομαι στις συνήθεις συνέπειες, στους καβγάδες, στους χωρισμούς ή στις ενοχές.
Μιλώ για κάτι βαθύτερο. Μιλώ για τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν τραυμάτισες απλώς έναν άνθρωπο. Τραυμάτισες έναν κόσμο. Και κάποτε υπήρξα κι εγώ ο άνθρωπος στον οποίο κάποιος εμπιστεύτηκε τις πιο ευάλωτες εκδοχές του εαυτού του.
Υπήρξα το πρόσωπο στο οποίο κάποιος παρέδωσε τις ελπίδες του, τους φόβους του, τα όνειρά του. Υπήρξα μέρος μιας κοινής πατρίδας. Και κάποια στιγμή πρόδωσα αυτή την πατρίδα.
Και σήμερα υποψιάζομαι πως η προδοσία, τις περισσότερες φορές, ξεκινά από κάτι πολύ πιο πεζό. Από τη δειλία, από τη σύγχυση, από τη ναρκισσιστική αυταπάτη ότι οι πράξεις μας αφορούν μόνο εμάς. Από την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να παραβιάσουμε έναν δεσμό χωρίς να πληγώσουμε τον κόσμο που έχει χτιστεί γύρω του.
Κι ύστερα έρχεται η στιγμή της επίγνωσης. Η στιγμή που αρχίζεις να βλέπεις τη ζημιά. Όχι μόνο στα μάτια του άλλου, αλλά και μέσα στην ίδια τη δική σου μνήμη. Ξαφνικά επιστρέφεις σε παλιές στιγμές και τις βλέπεις αλλιώς. Θυμάσαι υποσχέσεις που έδωσες, βλέμματα που συνάντησες, λόγια που είπες ψευδή και καθησυχαστικά, όνειρα που σχεδιάστηκαν από κοινού και καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά υπήρξαν μέσα σε ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης που εσύ αργότερα διέψευσες.














