Του Μπάμπη Ανδριανόπουλου
Κινήθηκε στις παρυφές του υπερρεαλισμού αλλά αυτονομήθηκε ποιητικά σε μεγάλο βαθμό. Χρησιμοποίησε ιδιαίτερα στοιχεία από το παράλογο και τον έντονο συμβολισμό δημιουργώντας ένα μοναδικό, προσωπικό ποιητικό σύμπαν.
Αποκαλύπτοντας το ποιητικό του γίγνεσθαι:
"Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά-σιγά. Το είπα και άλλοτε, μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Άλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει. Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα. Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί: το «Κύριε», το «Πράσινο απόγευμα» και το «Καφενείο». Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και που πήγα εκδρομή: Αίγινα; Πόρος;
Τον ποιητή τίποτε δεν εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως."
(ΑΥΤΟΣΧΟΛΙΑ, σελ. 253-259, στο βιβλίο Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, του Γιάννη Δάλλα, Κέδρος 1997)
Ο Υδραίος στην καταγωγή ποιητής είχε οικοδομήσει μια σχέση σχεδόν ερωτική με τον Πόρο.
Οι «αποδράσεις» του στο νησί που το θεωρούσε καταφύγιο συναισθημάτων και χώρο πνευματικής αναγέννησης, ήταν συχνές.
Για τούτο και το βιογραφικό του γραμμένο στον Πόρο όπως και το παρακάτω ποίημα:
ΠΟΡΟΣ 1985
Κι όταν εφάνη στο φλιτζάνι του καφέ μου
η γοργόνα η μαύρη
όλη τη νύχτα αδιέξοδα και εξορίες
έξαλλος λέω στίχους του Hölderlin
στίχους του Charles Cross
και πώς λυπάμαι τον άνθρωπο με το καροτσάκι
γυρίζει
πουλάει γλειφιτζούρια —γεωμετρικά τοποθετημένα
το ένα πλάι στο άλλο στη σειρά—
κανένας δεν τα αγοράζει
κι έτσι κι αυτός είναι τώρα χρόνια πεθαμένος
τα ρούχα του έχουν λιώσει πάνω του
και πίσω του τρέχει ο άγγελός του.
Όμως παρ’ όλα αυτά ο Πόρος υπάρχει
και μ’ όλα τα χαϊμαλιά του
με την παλιά του άγκυρα μπηγμένη
στην αμμουδιά
τις όμορφες τουρίστριες με τα καταπληκτικά
πόδια
και πόσους έφαγε το χώμα αυτά τα χρόνια
πάει ο Σκλάβος κι ο Καχτίτσης
ο Ιωάννου, η Μέλπω Αξιώτη
ο Αλεξάνδρου και τόσοι άλλοι.
Θεέ μου, δώσε μας ένα θάνατο
ειρηνικό.



