Συνειδητοποιώ ολοένα περισσότερο, γιατί το τελευταίο βιβλίο της Γώγου : «Με λένε Οδύσσεια», δεν έτυχε της αναγνώρισης που του έπρεπε. Βιβλίο τραγικό όσο και τα υπόλοιπα, αλλά συνάμα και το πιο βαθύ, το πιο αυτοβιογραφικό, το πιο ελληνικό! Είχε θαρρώ, απαγορευμένες ελληνικές λέξεις και ιστορίες, για τους ατομικιστές νομάδες των εξαρχειώτικων περιθωρίων, που βυθισμένοι μέσα στο ναρκισσισμό μιας μηδενιστικής «αναρχίας», αδυνατούν να συλλάβουν ότι είναι άλλο αναρχικός στην Ελλάδα και άλλο Έλληνας αναρχικός. Δεν θα μιλήσω για τα προσωπικά βιώματα και το τραύμα της Γώγου. Τις μικρότητες και τις μεγαλοσύνες της. Το βαθιά πληγωμένο βίωμα από την γέννησή της σχεδόν! Εκείνη τα εξιστορεί καλύτερα στα ποιητικά βιβλία της. Ψυχή πονεμένη, γι’αυτό ξέρει να ζυγώνει τον Καζαντζίδη στα μονοπάτια της πατρίδας μας. Το περιθώριο, η απομόνωση και ο λυγμός της αγαλήνευτα, σε ραντεβού με την Ελλάδα και τον αγώνα της να επιβιώσει. Με αναστοχασμό μεγάλο…!
Είναι που μπορεί και συνομιλεί με όλους τους «πρίγκιπες της αναρχίας», πάντα όμως μέσα στον πολιτισμό του Παπαδιαμάντη και του Ελύτη. Γιατί ο εκδυτικισμός και παρασιτισμός των περισσότερων πολιτικών και ιδεολογικών ρευμάτων στην χώρας μας αποθέωνε εισαγόμενα πρότυπα. Από την προηγμένη Ευρώπη, μέχρι τον Μπακούνιν και τον Κροπότκιν, ξεχνώντας πάντα τον Μαρίνο Αντύπα. Όμως η Γώγου, ήξερε… Η μάνα, ο πατέρας, η Ακρόπολη, η Πατησίων, η Ελλάδα.