Τοῦ σέβ. Μητροπολίτου Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλοχίου (Ράντοβιτς)


Τὸ «θη­ρί­ο» μὲ τὴν «ἀ­πά­τη» του ἔ­χει ἕ­να μο­να­δι­κὸ σκο­πό: τὴ δι­ά­σπα­ση καὶ τὸν ἐ­κμη­δε­νι­σμὸ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ τοῦ νο­ή­μα­τός της. Καὶ αὐ­τὸ κα­τορ­θώ­νε­ται μὲ τὴ δι­ά­σπα­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς κα­θο­λι­κῆς κοι­νω­νί­ας καὶ τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς προ­σώ­που.
Ἡ ἀ­πά­τη αὐ­τὴ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴ ρί­ζα τῶν λο­γι­κῶν ὄν­των, τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τους. Χω­ρὶς τὸ φῶς τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ ὁ Θε­ὸς καὶ ὁ ἄν­θρω­πος καὶτὸ σύμ­παν κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ τὸν ἀ­πέ­ραν­το ζό­φο τῆς ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας. Στὸ βυ­θὸ τῆς ἀ­λο­γί­ας τὸ πρῶ­το ποὺ λεί­πει εἶ­ναι ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α. Καὶ θὰλεί­πη ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α πάν­το­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, ὅ­που δὲν σώ­ζον­ται οἱ τρι­α­δι­κὲς «ἑ­νώ­σεις» καὶ «δι­α­κρί­σεις», δη­λα­δὴ ἐ­κεῖ, ὅ­που βα­σι­λεύ­ει ἡ σύγ­χυ­σηἀ­νά­με­σα στὴ «φύ­ση» καὶ στὸ «πρό­σω­πο», εἴ­τε αὐ­τὸ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ Θε­ὸ εἴ­τε στὴν κτι­στὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
Ἡ ἀ­πά­τη εἶ­ναι «ἀ­νυ­πό­στα­τη» καὶ τοῦ­το για­τὶ ἀ­κρι­βῶς δι­α­λύ­ει τὴν «ὑ­πό­στα­ση», ποὺ εἶ­ναι ἡ κα­θο­λι­κὴ Ἀ­λή­θεια. Ἡ δι­ά­λυ­ση ἔρ­χε­ται εἴ­τε μὲ τὴν αὐ­θαί­ρε­τη καὶ τε­λι­κὰ ἀ­νύ­παρ­κτη σύγ­χυ­ση καὶ ἀ­νά­μι­ξη τῶν δύ­ο αὐ­τῶν στοι­χεί­ων, ποὺ στὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τά τους εἶ­ναι πάν­το­τε ἑ­νω­μέ­να, ἀλ­λὰ συ­νά­μα καὶ δι­α­κρί­νον­ται (δη­λα­δὴ τῆς φύ­σε­ως καὶ τοῦ προ­σώ­που), εἴ­τε μὲ τὴν αὐ­θαί­ρε­τη δι­ά­σπα­ση τῆς ἑ­νό­τη­τάς τους. Ἔ­τσι τρό­πος ὑ­πάρ­ξε­ως τῶν πραγ­μά­των κα­ταν­τά­ει ὁ «κοι­νὸς ἐκ­βια­σμὸς» καὶ ἡ κά­θε εἴ­δους κοι­νω­νί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ ἕ­νας τρό­πος ἐκ­βια­σμοῦ. Αὐ­τὴ ἡ ἄρ­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, στὴν ὀ­ποί­α ὁ­δη­γεῖ­ται ἀ­να­πό­τρε­πτα βα­δί­ζον­τας τὸ δρό­μο αὐ­τὸ ὁ ἄν­θρω­πος, ἔ­γι­νε φα­νε­ρὸ πὼς ὀ­φεί­λε­ται στὴν ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­γνώ­σε­ως γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­λή­θεια τῶν ὄν­των καὶ γιὰ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­ξί­α τῶνἀν­θρώ­πων, στὴν ἄ­γνοι­α τῶν νη­μά­των, ποὺ συν­δέ­ουν τὸν ἕ­να ἄν­θρω­πο μὲ τὸν ἄλ­λο καὶ γε­νι­κὰ μὲ ὅ­λη τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.