Στο ξεκίνημα του βιβλίου του, ''Ο Κηπουρός και ο Θάνατος'', ο Γιώργος Γκοσποντίνωφ, λέει κάπου, πως αγαπούσε πολύ όλα εκείνα τα βιβλία που ήταν γραμμένα σε πρωτοπρόσωπη γραφή. Κι αυτό γιατί ήξερε, ευθύς εξ αρχής, ότι ο ήρωας του βιβλίου, ο ήρωάς του, δε θα πέθαινε ποτέ. Είχε φαίνεται από παιδί μεγάλη ευαισθησία -και ποιός δεν έχει- στο μεγάλο ζήτημα του θάνατου -ιδιαίτερα όταν έχει να κάνει μ΄ ένα αγαπημένο πρόσωπο.
Όταν έπιασα στα χέρια μου να διαβάσω το βιβλίο του, ο νους μου, παράλληλα με την ανάγνωση του ταξίδευε, όποτε χρειαζόταν, σε άλλα τρία σπουδαία για μένα λογοτεχνικά έργα πάνω στο ζήτημα του θανάτου : στο ''Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς'' του μέγα Τολστόι, όπου ο πρωταγωνιστής του περιγράφει βήμα-βήμα την πορεία του προς τον θάνατο του, στο βιβλίο του σπουδαίου και αγαπημένου στοχαστή Σταύρου Ζουμπουλάκη, ''η Αδερφή μου'', όπου ο συγγραφέας περιγράφοντας βήμα-βήμα την πορεία προς τον θάνατο τη αγαπημένης του αδερφής, στοχάζεται σε κάθε στιγμή πάνω στην ύπαρξη και στον θάνατο, και τέλος, στο πιο υπέροχο για μένα ποίημα του πολιτισμού του λαού μας, το κατ΄ εξοχήν γραμμένο πάνω στο ζήτημα του θανάτου, που είναι η Εξόδιος Ακολουθία. Όπου στη γραφή του διακρίνεις μια απέραντη, παρηγορητική τρυφερότητα τόσο γι αυτόν που έχει ''φύγει'', όσο και για τους οικείους του, καθώς ξεκλειδώνεται στοχαστικά, το μυστήριο του θανάτου και εξυμνείται η προοπτική μια άλλης πιο όμορφης ζωής, της όντως ζωής -για όποιον θέλει να πιστέψει σ΄ αυτήν βέβαια.



















