Του Μάνου Λαμπράκη
Υπάρχει κάτι που ίσως δεν μας είπαν ποτέ, ή ίσως δεν μπορούσαμε τότε να το ακούσουμε, όταν ο θάνατος μπήκε στη ζωή μας: ότι δεν είναι απλώς ένα τέλος, αλλά μια αποκάλυψη.
Όχι με την έννοια της εξήγησης — καμία εξήγηση δεν αντέχει εδώ — αλλά με την έννοια της απογύμνωσης.
Ο θάνατος δεν σου πήρε μόνο έναν άνθρωπο.
Σου αφαίρεσε τον ίδιο τον χρόνο όπως τον ήξερες.
Και αυτό είναι που σε αποσυντονίζει τόσο βαθιά.
Γιατί μέχρι τότε ζούσες μέσα σε μια σιωπηρή συμφωνία: ότι τα πράγματα συνεχίζονται, ότι υπάρχει ένα «μετά», ότι οι μέρες έχουν μια εσωτερική συνέχεια που, όσο κι αν πονά, σε κρατά όρθιο.
Όταν εκείνος έφυγε, αυτή η συμφωνία διαλύθηκε.
Όχι επειδή ο χρόνος σταμάτησε αντικειμενικά, αλλά επειδή σου αποκαλύφθηκε κάτι που δεν ήξερες πως υπήρχε: ότι ο χρόνος, όπως τον ζούσες, ήταν εύθραυστος.
Από τότε, το πριν και το μετά δεν λειτουργούν όπως παλιά. Το παρελθόν εισβάλλει απρόσκλητο στο παρόν, το παρόν παγώνει, το μέλλον χάνει τη βαρύτητά του. Και εσύ ίσως αναρωτιέσαι αν αυτό που ζεις είναι σύγχυση.
Δεν είναι.
Είναι η φυσική συνέπεια μιας ζωής που έμαθε ξαφνικά ότι δεν στηρίζεται σε ημερολόγια, αλλά σε δεσμούς.
Ίσως έτσι εξηγείται γιατί το πένθος σου δεν υπακούει σε καμία λογική διάρκειας. Όταν έχασες τον άνθρωπό σου, δεν έχασες μόνο ένα πρόσωπο. Έχασες τον κοινό σας χρόνο. Έχασες ένα μέλλον που είχε ήδη αρχίσει να υπάρχει μέσα σου.


















