από Δημοσθένης Μιχόπουλος
Στὴν ἀρχαία οἰκουμένη, τὸ κέντρο βάρους βρισκόταν στὴ φιλοσοφία. Ὁ φιλόσοφος δὲν ἦταν μία περιθωριακὴ διανοητικὴ μορφή, ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιχειροῦσε νὰ ἑρμηνεύσει τὸ εἶναι, τὴν τάξη τοῦ κόσμου καὶ τὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου μέσα σὲ αὐτόν. Ἡ σκέψη περιστρεφόταν γύρω ἀπὸ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀληθείας, τῆς ἀρχῆς τοῦ κόσμου, τῆς κοσμικῆς ἁρμονίας καὶ τοῦ νοήματος τῆς πόλεως.
Ἡ ἴδια ἡ πόλη νοεῖτο ὡς ἀντανάκλαση μιᾶς βαθύτερης τάξεως. Ὁ Πλάτων ἀναζητεῖ τὴ δίκαιη πολιτεία ὄχι ὡς τεχνικὸ σύστημα διοικήσεως, ἀλλὰ ὡς ἔκφραση ἁρμονίας μεταξὺ ψυχῆς καὶ κόσμου. Ὁ Ἀριστοτέλης θεωρεῖ τὸν ἄνθρωπο «πολιτικὸν ζῷον», ἐπειδὴ ἡ κοινωνία δὲν εἶναι σύμβαση συμφέροντος, ἀλλὰ φυσικὴ ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἡ φιλοσοφία ἐπομένως λειτουργεῖ ὡς τὸ κέντρο ὀργανώσεως τοῦ πολιτισμοῦ, διότι ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀληθείας θεωρεῖται ἡ ὑψηλότερη ἀνθρώπινη δραστηριότητα.
Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τὸ κέντρο μετατοπίζεται. Ἡ θεολογία ἀναλαμβάνει τὸν ρόλο τοῦ κυρίαρχου ἑρμηνευτικοῦ πλαισίου. Ἡ ἱστορία πλέον δὲν ἀποτελεῖ ἕναν ἀτέρμονο κύκλο ἀνόδου καὶ πτώσεως, ἀλλὰ μία πορεία μὲ νόημα, ἀρχή καὶ τέλος. Ὁ χρόνος γίνεται ἱστορία σωτηρίας.

















