Του Δημήτρη Βασιλειάδη
‘’…εμείς δεν ευτυχήσαμε να έχουμε μεγάλους κοινωνιολόγους, αλλά την κοινωνιολογία του έθνους την έγραψαν οι ποιητές μας’’
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Ο Άγγελος Σικελιανός τον Αύγουστο του 1944, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, μετά από πρόσκληση, όπως λέει ο ίδιος, των Επτανήσιων, εκφωνεί μια ομιλία συγκλονιστική όπως λέγεται, από άποψη ατμόσφαιρας και περιεχομένου (το κείμενο σώζεται στον Δ΄ τόμο της σειράς του ‘’Πεζός Λόγος’’, σελ. 148, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ) προς τιμή του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Σ΄ ένα λοιπόν σημείο της ομιλίας του περιγράφει ένα φοβερό για μένα περιστατικό, που πρωταγωνιστής του είναι ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης κι ο Λευκαδίτικός λαός. Το περιστατικό έχει ως εξής:
Στις 16 Δεκέμβρη του 1869, γίνεται ο μεγάλος σεισμός που χτύπησε τα Εφτάνησα και ισοπέδωσε την πόλη της Λευκάδας. Τότε η ελληνική κυβέρνηση, με τις δυνατότητες που είχε, μετά από ενέργειες του Βαλαωρίτη, στέλνει στη Λευκάδα ένα καράβι γεμάτο με διάφορα βοηθήματα, κυρίως όμως με ξυλεία για να ‘’παρηγορηθεί’’, ας πούμε, κάπως η κατάσταση. Το καράβι έφτασε και άραξε στο λιμάνι κι ο Λευκαδίτικος λαός είναι μαζεμένος στο μώλο και στέκει διστακτικός και φοβισμένος μη τολμώντας να κάνει κάτι. Σε μια στιγμή,… (κάντε σας παρακαλώ εικόνα όσα θα διαβάσετε παρακάτω) απ΄ τη πίσω μεριά του πλήθους, μια γιγάντια μορφή πλησιάζει. Το πλήθος παραμερίζοντας από σεβασμό ανοίγει ένα διάδρομο για να περάσει.
‘’Τότε, Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (αυτός ήταν η μορφή που είπα), κατεβαίνει στο λιμάνι, μπαίνει πρώτος στο καράβι, σκύβει και σηκώνει στους Ηράκλειους ώμους του την πιο μεγάλη απ΄ όλες τις δοκούς οπού ΄χε φέρει το καράβι, τη φορτώνεται και προχωρεί ανάμεσα απ΄ το πλήθος, δίχως να λυγίσει από το βάρος, προς τη χώρα μοναχός. Σε μια στιγμή όλος ο λαός είχε φορτώσει κιόλας στους δικούς του ώμους όλη την ξυλεία του καραβιού κι ακολουθάει σαν το μερμήγκι τον Ποιητή.
Δ ε ν ξ έ ρ ω ε ι κ ό ν α ω ρ α ι ό τ ε ρ η, ι ε ρ ό τ ε ρ η, γ ι α έ ν α τ α γ ό ψ υ χ ώ ν, κ α ρ δ ι ώ ν, σ ω μ ά τ ω ν, α π΄ α υ τ ή !’’












