από Βασίλης Βιλιάρδος

Ανάλυση

Τα τελευταία χρόνια, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007/8, βιώνουμε έναν υπερπληθωρισμό άνευ προηγουμένου – ο οποίος όμως δεν αφορά τόσο τις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών που αυξήθηκαν για πρώτη φορά μετά την πανδημία, όσο τα πάγια περιουσιακά στοιχεία, όπως οι μετοχές και τα ακίνητα.
Γιατί συνέβη; Προφανώς επειδή όλο και περισσότερα χρήματα οδηγούνται στο 1% του πληθυσμού, ενώ τα εισοδήματα του 99% παραμένουν σχεδόν στάσιμα – όπως φαίνεται στο γράφημα που αφορά μεν τις ΗΠΑ, αλλά κάτι ανάλογο συμβαίνει σε ολόκληρη τη Δύση.
Screenshot
Αυτό το 1% του πληθυσμού, δεν καταναλώνει πολύ περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από το μέσο άτομο – οπότε λογικά δεν επηρεάζει τη ζήτηση και τις τιμές τους, ενώ κατευθύνει τον πλούτο του στις χρηματιστηριακές και λοιπές αγορές. Έτσι έχει δημιουργηθεί στη Δύση μία φούσκα τεραστίων διαστάσεων, η οποία όμως δεν είναι εύκολο να σπάσει, όπως οι υπόλοιπες στο παρελθόν – αφού κατευθύνεται από το 1% που αφενός μεν την ελέγχει, αφετέρου δεν έχει άλλη ανάλογη λύση για την τοποθέτηση των χρημάτων του.
Σε σχέση τώρα με τις τιμές, με τον πληθωρισμό δηλαδή που αφορά τον κανονικό κόσμο, αυξήθηκε έντονα μετά το ξέσπασμα του πολέμου της Ουκρανίας, λόγω της ανόδου των τιμών των καυσίμων – ενώ είχε προηγηθεί το πρόβλημα των δικτύων διανομής που προκάλεσε η πανδημία. Εδώ επρόκειτο ξεκάθαρα για έναν πληθωρισμό προσφοράς (ανάλυση) – ο οποίος συνήθως δεν έχει διαρκή επακόλουθα, αλλά «εφάπαξ».
Ακριβώς για το λόγο αυτό, ήταν λάθος η προσπάθεια καταπολέμησης του μέσω της αύξησης των βασικών επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες – επειδή τον τροφοδότησε, αντί να τον ανασχέσει.
Ακολούθησε όμως ένας ακόμη πόλεμος εναντίον του Ιράν – ο οποίος προκάλεσε μία δεύτερη κρίση που είναι μεν σοβαρή, αλλά όχι όσο η Μεγάλη Ύφεση του 1929 ή αυτή του 2008. Η βασική αιτία έχει να κάνει απόλυτα με το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τη Μεγάλη Ύφεση, σήμερα έχουμε ένα άλλο κέντρο παγκόσμιας ανάπτυξης, εκτός από τις καπιταλιστικές οικονομίες: την Κίνα.













