18/02/2026

ΤΑΡΚΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Ο διάλογος Ελλάδας-Τουρκίας είναι πάντα απαραίτητος, αλλά το κύριο συμπέρασμα των προ εβδομάδος συνομιλιών του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι ότι, με το υφιστάμενο πλαίσιο επαφών, η Άγκυρα αξιοποιεί τα “ήρεμα νερά” για την προώθηση των συμφερόντων της, χωρίς κανένα αντάλλαγμα υπέρ της Αθήνας.
Όσο και αν η διατήρηση καναλιών επικοινωνίας και οι μειωμένες αεροπορικές παραβιάσεις (αυξάνονται οι θαλάσσιες!) είναι στοιχεία ωφέλιμα για την ελληνική πλευρά, δεν μπορούν να συγκριθούν με όσα κερδίζει η τουρκική διπλωματία μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών (Δεκέμβριος 2023). Η Τουρκία αλώνει την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία με αλλεπάλληλες διμερείς συμφωνίες, συντηρεί διαλλακτικό προσωπείο ενώπιον της Ουάσινγκτον και ακυρώνει κάθε ενεργειακό σχέδιο της Ελλάδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο μετά την κρίση της Κάσου (Ιούλιος του 2024) και την επ’ αόριστον αναστολή της ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ.
Η τραγική ειρωνεία της υπόθεσης του Great Sea Interconnector (του λεγόμενου “καλωδίου”) είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, και ο υπουργός Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, είχαν αναθαρρήσει το καλοκαίρι του 2025 και υπόσχονταν “δράση επί του πεδίου”. Αιτία της αναλαμπής ήταν ότι ο Σταύρος Παπασταύρου είχε μεταφέρει πληροφορίες από Αμερικανό διπλωμάτη πως εσωτερική έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναγνώριζε τα ελληνικά δίκαια ως προς τον GSI (“καλώδιο”). Οπότε εικαζόταν –αβάσιμα, όπως αποδεικνύεται– ότι, σε συνδυασμό με την ισραηλινή στήριξη, οι βυθομετρικές έρευνες για το καλώδιο θα μπορούσαν να προχωρήσουν, χωρίς τουρκική αντίδραση.
Είναι βέβαιον ότι η Ελλάδα έχει απόλυτο δίκιο για την πόντιση του καλωδίου. Άλλωστε, δεν υπάρχει καμία απαγόρευση σε οποιονδήποτε βάσει του Διεθνούς Δικαίου να ποντίσει. Για παράδειγμα, η Κίνα διαθέτει τηλεπικοινωνιακό-κατασκοπευτικό καλώδιο, ακόμα και στα ανοιχτά της βάσης της Σούδας. Παραμένει, ωστόσο, εξαιρετικά αβέβαιο ότι οι εκμυστηρεύσεις του όποιου ξένου διπλωμάτη μπορούν να ανατρέψουν όσα παγιώθηκαν μετά την Κάσο. Ακόμα και αν τέτοια έκθεση όντως υπάρχει (και ο Αμερικανός διπλωμάτης δεν έλεγε στον Έλληνα υπουργό ό,τι ο δεύτερος αγωνιούσε να μεταφέρει στην Αθήνα), οι συχνοί φανφαρονισμοί “τύπου Παπασταύρου” προσφέρουν μόνον πρόσκαιρες εντυπώσεις.
Το ίδιο συνέβη και με τις υπερβολές για την –κατά τα άλλα θετικότατη– εμπορική συμφωνία με τη Chevron που αρχικά προβλήθηκε σαν ιστορική αναγνώριση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Σαν να μη γνώριζε η κυβέρνηση ότι παρόμοιες αναγνωρίσεις γίνονται μόνον από κράτη και όχι από εταιρείες. Και ήταν αναμενόμενο, όπως συνέβη ταχύτερα όλων των εκτιμήσεων, ότι η Chevron θα προχωρούσε σε διάλογο συνεργασίας και με τη Λιβύη και με την Τουρκία.






ΓΡΙΒΑΣ ΚΩΣΤΑΣ




ΛΥΓΕΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

