Του Κώστα Κουτσουρέλη
Αν το ατομικό τάλαντο είναι το θεμέλιο κάθε καλλιτεχνικού επιτεύγματος, η φιλοπονία είναι όλο το υπόλοιπο κτήριο. Στο γράψιμο ένα 5% είναι δωρεά, έλεγε θυμόσοφα ο Ουμπέρτο Έκο, το 95% είναι ιδρώτας. Χωρίς επίμονη και αδιάκοπη εργασία, και το μεγαλύτερο χάρισμα σπαταλιέται.
Και πάλι ωστόσο, τα δυο αυτά (ταλέντο + εργατικότητα) από μόνα τους δεν επαρκούν. Πάμπολλοι χαρισματικοί και φίλεργοι πέρασαν και παρήλθαν χωρίς το αποτύπωμα που περίμενε κανείς από εκείνους αρχικά. Το έργο που άφησαν μπορεί να ήταν πληθωρικό, όμως υπήρξε σπασμωδικό, ασύντακτο, εσωτερικά ασπόνδυλο. Χρειάζεται επιπλέον αυτό που ο Σολωμός αποκαλεί «υποταγή εις το νόημα της τέχνης». Η στοίχιση δηλαδή του ταλέντου και της εργασίας πίσω από έναν υπέρτερο σκοπό, η αφοσίωση σε ένα σχέδιο υπερπροσωπικό. Το κτίσμα μας εκτός από θεμελιωτές και οικοδόμους έχει ανάγκη και από αρχιτέκτονα.
Στον ελληνικό 20ό αιώνα, ίσως η πιο συγκινητική περίπτωση τέτοιας αφοσίωσης "εις το νόημα της τέχνης" ήταν εκείνη του Οδυσσέα Ελύτη. Προικισμένος με το πιο εκθαμβωτικό τάλαντο που είδαν ποτέ τα γράμματά μας και γητεμένος αρχικά από τον άκρατο ατομοκεντρισμό του μεσοπολεμικού μοντερνισμού, ο Ελύτης βρέθηκε στον Μεταπόλεμο ενώπιον του κενού. Τα πρώτα εκφραστικά του μέσα, εκείνα των Προσανατολισμών και του Ήλιου του Πρώτου, δεν αρκούσαν για να δώσουν φωνή στις συγκλονιστικές εμπειρίες του Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης. Καμιά από τις τρεις απόπειρές του να συμβιβάσει το προσωποπαγές νεωτερικό ιδίωμα και το συλλογικό βάρος της ιστορίας, δεν απέδωσε: Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο, Η καλοσύνη στις λυκοποριές, Αλβανιάδα - και τα τρία αυτά έργα ουσιωδώς αστοχούσαν. Εξού και στην πράξη παραμερίστηκαν ή και αποκηρύχθηκαν όλως διόλου.




















