Κώστας Κουτσουρέλης
Έγραφα χθες ότι η ιδέα πως υπάρχουν δικαιώματα απαρασάλευτα, τα οποία ούτε η κυρίαρχη απόφαση της πλειοψηφίας δεν μπορεί να καταργήσει (!), είναι εντελώς μεταφυσική. Διαψεύδεται πανηγυρικά σε κάθε σχεδόν σελίδα της ιστορίας. Και λυπάμαι που βλέπω νομοδιδασκάλους που ιδιαιτέρως εκτιμώ, με αφορμή τη συζήτηση για τις αμβλώσεις, να την επαναλαμβάνουν ως συνταγματικό, τρόπον τινά, θέσφατο.Δεν είναι τίποτε τέτοιο. Η ανιστορική, εξωπραγματική αυτή αντίληψη εμπεδώθηκε και στους νομικούς μας κύκλους πρωτίστως μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η πίστη ότι ο δυτικός φιλελευθερισμός είναι η τελευταία λέξη της ιστορίας, το ποθητό πέρας κάθε κοινωνικής εξέλιξης, οδήγησε και στην ανατίμηση της φιλελεύθερης διδασκαλίας περί δικαιώματων. Αυτά τα τελευταία έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως συμβατικές εγγυήσεις, ως συμφωνημένες δεσμεύσεις του κράτους προς τα άτομα, όπως πράγματι είναι, και έγιναν "ιδέες", καντιανού τύπου κατηγορικές επιταγές ή αρχές ενός φυσικού τάχα δικαίου.
Είχαμε δηλαδή μια ραγδαία οπισθοδρόμηση από την ρεαλιστική κοσμοαντίληψη του νομικού θετικισμού (pacta sunt servanda, οι συνθήκες, δηλαδή οι εκάστοτε θετοί από την πολιτική εξουσία κανόνες, πρέπει να τηρούνται) στη νομική θεολογία, στην δοξασία ότι υπάρχουν "άνωθεν" και δοσμένοι κανόνες, τηρητέοι και ισχύοντες πέραν και ερήμην της πολιτικής βούλησης κυβερνώντων και κυβερνωμένων!
Δεν θα υπεισέλθω εδώ στο (μέγα) ζήτημα, τι πολιτικό καπνό φουμάρει αυτή η φιλελεύθερη νομική θεολογία, τίνων τα συμφέροντα δηλαδή εντέλει εξυπηρετεί. Ότι πρόκειται για ιδεολογία καθαρά ολιγαρχική, πιστεύω πάντως ότι φαίνεται αρκούντως από τις εξακτινώσεις της στο πεδίο των οικονομικών και εργασιακών σχέσεων. Αλλά και από το ποιόν και ποσόν της κύριας μάζας των υποστηρικτών της.
Προσωπικά πιστεύω ότι ζήτημα αμβλώσεων αυτή τη στιγμή δεν τίθεται. Η στάση της πλειοψηφίας υπέρ της διατήρησης του παρόντος καθεστώτος είναι δεδομένη. Το να αξιώνουν όμως μερικοί να θέσουν υπό απαγόρευση και τη διαβούλευση πάνω στο θέμα, τον πολιτικό και νομικό στοχασμό δηλαδή, το θεωρώ απόπειρα φίμωσης του αντίπαλου λόγου, πράξη αντιδημοκρατική.


















