Άρθρο του Αριστομένη Ι. Συγγελάκη
(δημοσιεύθηκε ακριβώς πριν 10 χρόνια στο TVXS αλλά παραμένει επίκαιρο!).
«Η μαχητική δύναμη της ομάδας φραγμού του Ρούπελ ήταν ανέπαφη τη στιγμή που υπογράφηκε η ανακωχή. Οι Έλληνες αμύνθηκαν με λύσσα και το ηθικό τους ήταν ακλόνητο». A. Buchner, Γερμανός στρατιωτικός ειδικός, 1957[1].
Μετά την αποτυχία του Μουσολίνι να καταλάβει την Ελλάδα, λόγω της ηρωικής αντίστασης του ελληνικού στρατού, το Γ’ Ράιχ επιτέθηκε στην Ελλάδα: την Κυριακή των Βαΐων, 6 Απριλίου 1941, στις 5.15 τα ξημερώματα, 11 γερμανικές μεραρχίες εφορμούν εναντίον της χώρας μας (ταυτόχρονα άλλες 15 μεραρχίες εφορμούν εναντίον της Γιουγκοσλαβίας), ενώ παράλληλα σφυροκοπούν με πυροβολικό και αεροπορία τις ελληνικές θέσεις. Το ίδιο βράδυ και την επόμενη μέρα η Λουφτβάφε σφυροκοπά αλύπητα τον Πειραιά, βυθίζοντας 11 ελληνικά και συμμαχικά πλοία. Έτσι, η Ελλάδα, όπως επισημαίνει ο Μανώλης Γλέζος, γίνεται το μόνο ευρωπαϊκό έθνος που υποχρεώνεται να πολεμήσει ταυτόχρονα εναντίον δύο μεγάλων δυνάμεων, που διαθέτουν φοβερή υπεροπλία.[2]
Παρά τον σχετικό αιφνιδιασμό, η αντίσταση των Ελλήνων, ιδίως στα ισχυρά οχυρά της λεγόμενης Γραμμής Μεταξά, είναι τόσο γενναία, που καταπλήσσει όλη την ανθρωπότητα. Όμως η απροσδόκητα γρήγορη κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, η πλημμελής πολεμική προετοιμασία, καίρια λάθη στην πολεμική τακτική (όπως ο εγκλωβισμός μεγάλων δυνάμεων στο αλβανικό μέτωπο), τα πισωγυρίσματα των Συμμάχων και η καταφανής στρατιωτική υπεροπλία του Γ’ Ράιχ, είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση των Γερμανών. Στις 8 Απριλίου οι Γερμανοί παρακάμπτουν τα οχυρά και δια της ελληνογιουγκοσλαβικής μεθορίου εισέρχονται σε ελληνικό έδαφος. Οι δύο τεθωρακισμένες μεραρχίες περνούν αστραπιαία από την όχθη της λίμνης Δοϊράνη και την αφύλακτη κοιλάδα του Αξιού, πριν καν οι Βρετανοί προλάβουν να ανατινάξουν την τελευταία γέφυρα, και στις 9 Απριλίου καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη.
Τους κατακτητές υποδέχεται στην Πλατεία Βαρδαρίου μία «ανήμπορη και θλιβερή αντιπροσωπεία»[3], στην οποία συμμετείχαν ο δήμαρχος Κωνσταντίνος Μερκουρίου, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος και ο γερμανοσπουδασμένος και εθνικοσοσιαλιστικών απόψεων, Καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Περικλής Βιζουκίδης. Για λόγους ιστορικής αλήθειας και δικαιοσύνης οφείλουμε να διαχωρίσουμε από τους θλιβερούς Μερκουρίου και Βιζουκίδη, τον Μητροπολίτη Γεννάδιο, αναγνωρίζοντας τις συνεπείς του προσπάθειες και διαβήματα εναντίον των διακρίσεων και διώξεων των Εβραίων της Θεσσαλονίκης[4]. Οι προσπάθειες αυτές κορυφώθηκαν στις 23.3.1943 με την συνυπογραφή από κοινού με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και 29 προέδρους οργανώσεων (της Ακαδημίας Αθηνών συμπεριλαμβανομένης) ενός εξαιρετικά σημαντικού εγγράφου, που τόνιζε τους ακατάλυτους δεσμούς Ελλήνων Χριστιανών Ορθόδοξων και Ελλήνων Εβραίων και ζητούσε να σταματήσουν οι διώξεις των Εβραίων. Πρόκειται για μια ενέργεια που δεν αποτολμήθηκε σε καμιά άλλη κατεχόμενη χώρα[5]!


ΜΠΑΛΤΖΩΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
















